23.10.13

Θυμάμαι



Τι επιτρέπω έξωθεν να εισχωρήσει μέσα μου; 
Τι αφήνω να με αγγίξει; 

Ποιο γνώριμο μαχαίρι θα σκάψει τις πληγές της προδοσίας; 
Ποιο οικείο χέρι θα κρατήσει την καρδιά μου;
Ποιο θα είναι το τελευταίο βλέμμα που θα με αποχαιρετήσει;

Θυμάμαι. 
Ο καιρός άλλαζε και μαζί με αυτόν και τα ταξίδια του μυαλού.
Τόσα τα διαβατάρικα πουλιά που ταξίδεψαν στο κορμί μου και όταν οι εποχές άλλαζαν ακολουθούσαν την φωνή τους.
Θυμάμαι καλά. 
Ο χρόνος άλλαζε και μαζί με αυτόν άλλαζε και ο ρυθμός της καρδιάς.
Στο τροπικό δέντρο του έρωτα κρέμονται ακόμη βραδύπους σκηνές πάθους.

Οι καρδιές αγαπήθηκαν συνεσταλμένα, τα Εγώ πολέμησαν με μανία το ένα το άλλο και οι ηττημένοι ήταν οι ίδιοι που νόμιζαν πως είχαν κερδίσει. Εκατόμβες τα θύματα των ανικανοποίητων προσδοκιών. Κανείς δεν χάρηκε λάφυρα. Μια απώλεια εκκρεμούσε για τον καθένα. Ένα νοσταλγικό μνημονικό μιας αλλοτινής πατρίδας. 
Στρατοί εραστών, σήλεψαν τους ναούς της Αφροδίτης στο πέρασμα τους. Ερείπια άφησαν πίσω τους τα κούφια όνειρα και κάποια εξ αυτών, τόλμησαν ακόμη να υβρίσουν και τον Έρωτα.

Θυμάμαι. 
Όσους πρόσφεραν μύρο και όσους δάκρυσαν στο Γάγγη ποταμό.
Όσους ταξίδεψαν στην πλάτη της σταγόνας για να βρουν ωκεανούς αγάπης.
Όσους ξέκλεψαν ίδρωτα από τον κόπο τους για να δροσίσουν τον διπλανό τους και ας στέρεψαν στο τέλος.
Θυμάμαι καλά.
Καθόμουν σε μια γωνιά και τους παρακολουθούσα να μπαίνουν στο σπιτικό μου με ξέκωπες μέσες από την διαδρομή. Κατάκοποι από τις κακουχίες της ζωής. Κατατρεγμένοι από τις Ερινύες και την μήνη των Θεών. Καθόμουν σε μια γωνιά και τους περίμενα με στρωμένο τραπέζι και τους κοιτούσα να ικανοποιούν την λαιμαργία τους. Να αφήνουν άναρθρες κραυγές καθώς ξέσκιζαν τις σάρκες μου. Να πίνουν το αίμα μου για να ξεδιψάσουν την ακόρεστη δίψα της αλλήθωρης χαράς τους. Κι όταν δεν έμενε τίποτα από εμένα, όταν ρουφούσαν σφυριχτά και το τελευταίο κοκκαλάκι, άφηναν ένα ερεβώδες ρέψιμο ως αναμνηστικό για την φιλοξενία πριν κλείσουν πίσω τους την πόρτα. 

Θυμάμαι.
Την ανάσταση μου. Το τέλος και την αρχή μου.
Θαρρώ πως ήταν η ίδια δύναμη που κάνει τον βλαστό να οργιάζει.
Ο ίδιος ήλιος με αυτόν που χαίρεται η πλάση.
Θυμάμαι καλά.
Πως το σπιτικό μου το ξαναέστησα με μπόλικη αγάπη και μεράκι. Του αφιέρωσα χρώμα και χρόνο. Λόφοι μπουγάδες τα σεντόνια, ξεβρώμισμα της σάλας από τα αποφάγια, ξετρύπωσα τους αρρουραίους της σοφίτας και άνοιξα τα παραθύρια του μυαλού να πάρουν κι αυτά οξυγόνο. Άφησα τις μέρες να απαλύνουν τις πληγές και τον χρόνο να μουδιάσει την καρδιά.
Ήρθε η μέρα όμως που η πόρτα βρόντηξε. Δεν ήταν οδοιπόροι αυτή την φορά. Ορδές βαρβάρων ήσαν που λύσσαξαν σαν έμαθαν πως ορθώθηκα ξανά. Με μπουνιές και κλωτσιές μπούκαραν στο σπιτικό μου αυτή την φορά και καθώς με χτυπούσαν αλύπητα ουρλιάζαν "Που βρίσκεις όλο αυτό το νερό και ξεδιψάς την θάλασσα; Που βρίσκεις τόσο Φως και σκιαίνει η μέρα εμπρος σου; Που βρίσκεις το χαμόγελο τις λύπες να γελάς; Που βρίσκεις την Αγάπη τον Φόβο να κερνάς;"
Βόθρος οι απειλές τους καθώς συνέχιζαν να με χτυπούν μα απάντηση δεν πήραν. Συνέβησαν και άλλα πολλά μα ποτέ δεν συναίνεσα στην ασχήμια τους.

Δεν θυμάμαι, έκτοτε να ξαναήρθαν. 
Τους περίμενα με στρωμένο τραπέζι, με καθαρά σεντόνια και με απόλυτη ηρεμία μα δεν καταδέχθηκαν να με επισκεφτούν ξανά. 
Εδώ είμαι ομως. Έτοιμος να ξαναπλώσω το χέρι στην απληστία τους. Να τους χαρίσω το σπιτικό μου για άλλο ενα καννιβαλιστικο πανηγύρι. Μα απάντηση δεν πρόκειται να λάβουν ποτέ...

2 σχόλια:

Vassiliki Mitropoulou είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Vassiliki Mitropoulou είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.