26.10.13

We need to make books cool again


25.10.13

Η Χίμαιρα


Η μέρα δεν τους είχε κάνει το χατήρι κι ας ήταν μεσημεράκι. Ο ήλιος είχε ξεχάσει εκείνη την μέρα να κάνει την έκδηλη παρουσία του. Διατηρούσε περισσότερο μια επιφυλακτική στάση στα πράγματα. Αυτή ήταν μια από τις λέξεις που θα έπαιζαν στο τραπέζι. Επιφυλακτικότητα. Στην συνέχεια όμως θα μοιραζόταν η τράπουλα και οι λέξεις θα έκαναν το δικό τους καρέ του Άσσου.
Ένα τραπέζι, δύο άνθρωποι. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Δύο καφέδες σε ολική καθήζηση και δύο ποτήρια νερό που μάταια προσπαθούσαν να ξεδιψάσουν τα αφυδατωμένα στόματα. Στην  μέση ένα τασάκι που δεν ήξερε που να πρωτοκοιτάξει από την νευρικότητα.. Τα τσιγάρα άναβαν και έσβηναν σαν πεφτάστερια που καταλήγουν να αυτοκτωνούν σε σταχτί λίμνη.
Έχουμε και λέμε ξανά. Ένα τραπέζι, δύο άνθρωποι. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Μια συνάντηση που περιμένε εδώ και πολύ καιρό. Δύο αφυδατωμένες καρδιές από έρωτα που περίμεναν τόσο καιρό να ανταμώσουν από κοντά και να ξεδιψάσουν ο ένας από τον άλλον. Δύο χέρια να έχουν μείνει ναυαγισμένα μεσοπέλαγα του τραπεζιού προσπαθώντας το ένα να βρει το άλλο.

Εκείνος: καστανός με ξανθωπά ίχνη στο μαλλί, μελιά μάτια και ανάστημα γύρω στο 1.83cm χωρίς υπερβολές βάρους. Μακριά λεπτά δάχτυλα που θύμιζαν πιανίστα και ένα χαμόγελο που πάνω απ'όλα έδειχνε πηγαίο και αυθεντικό. Υπήρχε όμως μια υπόγεια νευρικότητα που όχι μόνο δεν τον άφηνε να χαμογελάσει όσο ήθελε αλλά τον έκανε να καπνίζει αδιάκοπα πίσσα και νικότινη. Το στόμα του ήθελε να της μιλήσει μα κάθε φορά επέμενε να πίνει νερό ή να καπνίζει λες και η γλώσσα του είχε πάρει φωτιά. Το βλέμμα του εννοούσε πολλά περισσότερα από ότι η μεταξύ τους σιωπή υπογράμμιζε.
Εκείνη: καστανόμαυρα μακριά μαλλιά που τελείωναν σε ατίθασες μπούκλες, μαύρες πέρλες μάτια που στο φως της μέρας έδειχναν σαν σκοτεινά πετράδια και ανάστημα γύρω στο 1.70cm με καμπύλες που την έκαναν να δείχνει ψηλότερη. Τα νύχια της, επίσης βαμμένα μαύρα σε αντίθεση με κατάλευκα δόντια της που κάθε φορά που χαμογελούσε την έκαναν να δείχνει πιο προσεγγίσιμη. Σε γενικές γραμμές το πρόσωπο της είχε αμυντική στάση ενώ τα μάτια της εξέπεμπαν ένα αμάλγαμα ερωτικού μαγνητισμού. 
Το σίγουρο ήταν πως έμοιαζαν οι δυό τους πολύ στα χείλη. Ίδιο κυματιστό σχήμα που τα έκανε να αψηφήσουν θάλασσες για να φιληθούν.

Έπειτα από μια παύση που έμοιαζε με αιώνα ανάμεσα τους, εκείνος, πριν μιλήσει ακόνισε την γλώσσα του και την ίδια στιγμή έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του. "Αυτό είναι για σένα", της είπε καθώς της πρότεινε ένα γυάλινο μπουκαλάκι. "Το έχω γεμίσει με μαύρη άμμο από το ηφαίστειο της Σαντορίνης και θέλω να πιστεύω πως με αυτό τον τρόπο κατάφερα να φέρω κοντά σου λίγη από την ενέργεια του νησιού"
Επιτέλους, τα μάτια της χάραξαν από χαρά στην θέα του μπουκαλιού και με μια δισταχτική κίνηση άπλωσε το χέρι της να περιεργαστεί το μπουκαλάκι από κοντά. Κοιτούσε την ηφαιστειακή άμμο και ένιωθε πως κρατούσε μαύρο χρυσάφι. "Αν δεν ήξερα πως είναι από την Σαντορίνη, θα πίστευα πως μου το έχεις φέρει από την σελήνη", του είπε με παιχνιδιάρικο τρόπο και σύνεχισε με ενθουσιασμό "Σε ευχαριστώ πολύ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει πουθενά στην Αθήνα κάτι παρόμοιο", ήθελε να πει και κάτι ακόμη μα κάτι σαν να την σταμάτησε. 
Εκείνος, την παρακολουθούσε ολιστικά και λες κι ακούστηκε φρενάρισμα στον δρόμο, κοίταξε να την προλάβει πριν τρακάρει ο ενθουσιασμός της και αποκρίθηκε με ζεστή φωνή..."χαίρομαι που σου άρεσε, ήθελα να σου φέρω λίγη γη από αυτή που πατούσα τόσο καιρό ενώ η σκέψη σου με έκανε να πετώ στο φεγγάρι. Έχεις γνωρίσει ξανά Κοσμοναύτη;", η ατάκα αυτή τους έκανε να χαμογελάσουν και οι δυό. 
Η φωτιά είχε ανάψει ανάμεσα τους και η Εστία ευλογούσε τον λόγο τους.

Ήταν η σειρά του να λάβει το δώρο της αποδοχής και αφού άφησε για μια στιγμή το οξυγόνο να γεμίσει το στόμα του, είπε "Έκανα πολύ δρόμο για να έρθω κοντά σου και ούτε μια στιγμή δεν παρέκλεινα από το μονοπάτι που οδηγούσε σε σένα, και τώρα είμαι εδώ μπροστά σου, για να σου πω ότι θέλω να συνεχίσω το Μονοπάτι που άνοιξε πριν καιρό για εμάς. Δεν σου ζητώ να σταματήσεις τώρα. Θέλω να σταθείς πλάι μου και να συνεχίσουμε μαζί. Για όπου μας βγάλει, για όσο αντέξουμε για όσο θα πιστεύουμε ότι το μονοπάτι αυτό θα είναι δρόμος και όχι γκρεμός...", δεν μπορούσε ούτε αυτός να πιστέψει στα αυτιά του με αυτά που έλεγε το στόμα του. Αυτό δεν ήταν μέσα στα πλάνα του. Άρχισε να νιώθει φόβο στο πετσί του αλλά συνέχισε, "...κι εγώ είμαι εδώ για σένα, σάρκα και οστά. Δίνω το παρόν για να σου πω πως το παρελθόν πλέον δεν υπάρχει και το μέλλον σίγουρα δεν θα είναι το ίδιο χωρίς εσένα. Είμαι κάτι λιγότερο από αυτό που περίμενες να βρεις και είμαι έτοιμος να γίνω κάτι παραπάνω από αυτό που ονειρευόσουν"

Ο χρόνος είχε σταματήσει. Τα σύννεφα είχαν εξαφανιστεί και ο ήλιος όταν αποφάσισε να κάνει ξανά την εμφάνιση του, φρόντισε πρώτος να ζεστάνει κείνο το δάκρυ που ξεμύτισε σαν μικρός ορφανός ήλιος από τα μάτια της κοπέλας. 

Η Χίμαιρα είχε πεθάνει.
Η ανάσα της, που κάποτε ήταν φωτιά είχε σβήσει. 
Ο Βελλεροφόντης μπορεί να κοιμάται τώρα πάνω στο ηφαίστειο. 




{Και εννοείται πως αυτοί ζήσαν καλά και εμείς(;) καλύτερα...}

24.10.13

Έτσι κι αλλιώς


"Έτσι κι αλλιώς...", όταν ήθελες να μου ανακοινώσεις κάτι βαρυσήμαντο "έτσι κι αλλιώς" σχεδόν πάντα άρχιζες την πρόταση σου με αυτές τις τρεις λέξεις. Όταν ήθελες να με προσγειώσεις για τα καλά στην γη γιατί σκιαζόσουν τις υψηλές πτήσεις της καρδιάς, συνήθιζες να ξεκινάς τους συλλογισμούς σου για την ζωή και τον άνθρωπο...πάντα "έτσι" και ποτέ "αλλιώς". Έπαιρνες εκείνο το στυλ, που έφερνε σε σοβαρότητα το ανάλογο ύφος των σεισμολόγων όταν ανακοινώνουν καταστροφές και κάθε φορά αναλογιζόμουν πόσα ρίχτερ πόνου και δονήσεις ρεαλισμού θα μου χαρίσεις. 
Φορούσες την περισπούδαστη μάσκα της ζωής που δεν σήκωνε διαφωνίες καθώς μου έλεγες "Μόνοι ερχόμαστε σε τούτη την στράτα του κόσμου, μόνοι μας πορευόμαστε στης ζωής το μονοπάτι και μόνοι μας φεύγουμε καθώς εξερχόμαστε από την πόρτα διαφυγής του θανάτου".
Σε παρακολουθούσα θαρρώ με συμπάθεια περισσότερο καθώς σε άκουγα να μιλάς για ώρα και να μου εξηγείς την κοσμοθεωρία σου για τις σχέσεις και την ζωή. Ατένιζα το βλοσυρό σου βλέμμα και όσο περνούσε η ώρα έκανα μακροβούτια στα φουρτουνιασμένα κύματα της σκέψης σου ψάχνοντας να αγγίξω το βυθό της καρδιάς σου. 
Δεν μιλούσα. Άκουγα προσεχτικά. Αφουγκραζόμουν την φωνή σου να αντιλαλεί μέσα στις σπηλιές του μυαλού μου και ήθελα τόσα πολλά να σου πω μα κάτι με κρατούσε και προτιμούσα να αφήνω την ηχώ σου να περιπλανιέται μόνη της και να χάνεται αποκαμωμένη από την απουσία ανταπόκρισης. 
Έλεγες και άλλα πολλά και όταν με έβλεπες να πετώ στα σύννεφα, ποτέ σου δεν μπήκες στον κόπο να με ρωτήσεις σε ποια μέρη της οικουμένης με πάει η πυξίδα της καρδιάς. Ακόμη και όταν σου πρότεινα να καλπάσεις μαζί μου στην πλάτη του ήλιου εσύ κοιτούσες με απάθεια τα σύννεφα να περνούν. 
"Έτσι κι αλλιώς...", έλεγες και ξαναέλεγες, είμαστε μόνοι και πίσω από αυτή την επιμονή σου περιεργαζόμουν το Φόβο να σου τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια. Με έβλεπες να χαμογελώ και απορούσες. Με μένα απορούσες, με σένα γελούσα. Ναι με εσένα που ήθελες να πατάς τόσο σταθερά, που ήθελες να λες λόγια στηβαρά που ήθελες να ελέγχεις το πέταγμα μου και όταν σε άφησα πραγματικά μόνη έσκουζες από τον πόνο σαν σφαχτό στη θέση του Ισαάκ. 
Τώρα που σε άφησα στην γη δεν ήθελες να γειωθείς. Απαιτούσες εξηγήσεις, αρνιόσουν να δεις καθαρά τις απαντήσεις. Δεν ήθελες να ζήσεις κοινές πραγματικότητες αλλά να επιβάλλεις την δική σου μονοδιάσταση αντίληψη του Έρωτα. 
Κι όταν "έτσι κι αλλιώς" έφτασε η στιγμή για εξηγήσεις φρόντισα να σου απαντήσω με την αλήθεια της καρδιάς μου και με όχι με αύτη που σου χάριζε σιγουριά τόσο καιρό και σε έκανε να νιώθεις πως έχεις το πάνω χέρι. 

Κλείσε τα αυτιά σου και άκου λοιπόν τούτο καλά. 

Έτσι κι αλλιώς στην ζωή ερχόμαστε μονάχοι. 
Έτσι κι αλλιώς φεύγουμε μονάχοι. 
Στο μεσοδιάστημα όμως γνωρίζουμε ανθρώπους που μας κρατούν το χέρι. 
Που στέκονται πλάι στην σκιά μας και σκουπίζουν τα δάκρια μας. 
Που μας ευλογούν με Αγάπη και δεν ζητάν τίποτα παραπάνω από εμας.
Που κάνουν το βάρος της ζωής και του θανάτου πιο ελαφρύ στις πλάτες μας.
Κάποιοι από αυτούς πορεύονται μαζί μας για μερικά φεγγάρια. 
Ελάχιστοι θα είναι στο τέλος παρόν να μας κλείσουν τα μάτια πριν ανοίξουμε την πόρτα του φευγιού.

'Ετσι κι αλλιώς, μια μέρα θα χωρίσουμε, 
από έρωτα, από θάνατο, από χρόνο.
Θα ήθελα όμως να χωρίσουμε μαζί. 
Όχι χώρια. 

Άν όχι πάλι, έτσι κι αλλιώς , θα ξαναβρεθούμε...

23.10.13

Θυμάμαι



Τι επιτρέπω έξωθεν να εισχωρήσει μέσα μου; 
Τι αφήνω να με αγγίξει; 

Ποιο γνώριμο μαχαίρι θα σκάψει τις πληγές της προδοσίας; 
Ποιο οικείο χέρι θα κρατήσει την καρδιά μου;
Ποιο θα είναι το τελευταίο βλέμμα που θα με αποχαιρετήσει;

Θυμάμαι. 
Ο καιρός άλλαζε και μαζί με αυτόν και τα ταξίδια του μυαλού.
Τόσα τα διαβατάρικα πουλιά που ταξίδεψαν στο κορμί μου και όταν οι εποχές άλλαζαν ακολουθούσαν την φωνή τους.
Θυμάμαι καλά. 
Ο χρόνος άλλαζε και μαζί με αυτόν άλλαζε και ο ρυθμός της καρδιάς.
Στο τροπικό δέντρο του έρωτα κρέμονται ακόμη βραδύπους σκηνές πάθους.

Οι καρδιές αγαπήθηκαν συνεσταλμένα, τα Εγώ πολέμησαν με μανία το ένα το άλλο και οι ηττημένοι ήταν οι ίδιοι που νόμιζαν πως είχαν κερδίσει. Εκατόμβες τα θύματα των ανικανοποίητων προσδοκιών. Κανείς δεν χάρηκε λάφυρα. Μια απώλεια εκκρεμούσε για τον καθένα. Ένα νοσταλγικό μνημονικό μιας αλλοτινής πατρίδας. 
Στρατοί εραστών, σήλεψαν τους ναούς της Αφροδίτης στο πέρασμα τους. Ερείπια άφησαν πίσω τους τα κούφια όνειρα και κάποια εξ αυτών, τόλμησαν ακόμη να υβρίσουν και τον Έρωτα.

Θυμάμαι. 
Όσους πρόσφεραν μύρο και όσους δάκρυσαν στο Γάγγη ποταμό.
Όσους ταξίδεψαν στην πλάτη της σταγόνας για να βρουν ωκεανούς αγάπης.
Όσους ξέκλεψαν ίδρωτα από τον κόπο τους για να δροσίσουν τον διπλανό τους και ας στέρεψαν στο τέλος.
Θυμάμαι καλά.
Καθόμουν σε μια γωνιά και τους παρακολουθούσα να μπαίνουν στο σπιτικό μου με ξέκωπες μέσες από την διαδρομή. Κατάκοποι από τις κακουχίες της ζωής. Κατατρεγμένοι από τις Ερινύες και την μήνη των Θεών. Καθόμουν σε μια γωνιά και τους περίμενα με στρωμένο τραπέζι και τους κοιτούσα να ικανοποιούν την λαιμαργία τους. Να αφήνουν άναρθρες κραυγές καθώς ξέσκιζαν τις σάρκες μου. Να πίνουν το αίμα μου για να ξεδιψάσουν την ακόρεστη δίψα της αλλήθωρης χαράς τους. Κι όταν δεν έμενε τίποτα από εμένα, όταν ρουφούσαν σφυριχτά και το τελευταίο κοκκαλάκι, άφηναν ένα ερεβώδες ρέψιμο ως αναμνηστικό για την φιλοξενία πριν κλείσουν πίσω τους την πόρτα. 

Θυμάμαι.
Την ανάσταση μου. Το τέλος και την αρχή μου.
Θαρρώ πως ήταν η ίδια δύναμη που κάνει τον βλαστό να οργιάζει.
Ο ίδιος ήλιος με αυτόν που χαίρεται η πλάση.
Θυμάμαι καλά.
Πως το σπιτικό μου το ξαναέστησα με μπόλικη αγάπη και μεράκι. Του αφιέρωσα χρώμα και χρόνο. Λόφοι μπουγάδες τα σεντόνια, ξεβρώμισμα της σάλας από τα αποφάγια, ξετρύπωσα τους αρρουραίους της σοφίτας και άνοιξα τα παραθύρια του μυαλού να πάρουν κι αυτά οξυγόνο. Άφησα τις μέρες να απαλύνουν τις πληγές και τον χρόνο να μουδιάσει την καρδιά.
Ήρθε η μέρα όμως που η πόρτα βρόντηξε. Δεν ήταν οδοιπόροι αυτή την φορά. Ορδές βαρβάρων ήσαν που λύσσαξαν σαν έμαθαν πως ορθώθηκα ξανά. Με μπουνιές και κλωτσιές μπούκαραν στο σπιτικό μου αυτή την φορά και καθώς με χτυπούσαν αλύπητα ουρλιάζαν "Που βρίσκεις όλο αυτό το νερό και ξεδιψάς την θάλασσα; Που βρίσκεις τόσο Φως και σκιαίνει η μέρα εμπρος σου; Που βρίσκεις το χαμόγελο τις λύπες να γελάς; Που βρίσκεις την Αγάπη τον Φόβο να κερνάς;"
Βόθρος οι απειλές τους καθώς συνέχιζαν να με χτυπούν μα απάντηση δεν πήραν. Συνέβησαν και άλλα πολλά μα ποτέ δεν συναίνεσα στην ασχήμια τους.

Δεν θυμάμαι, έκτοτε να ξαναήρθαν. 
Τους περίμενα με στρωμένο τραπέζι, με καθαρά σεντόνια και με απόλυτη ηρεμία μα δεν καταδέχθηκαν να με επισκεφτούν ξανά. 
Εδώ είμαι ομως. Έτοιμος να ξαναπλώσω το χέρι στην απληστία τους. Να τους χαρίσω το σπιτικό μου για άλλο ενα καννιβαλιστικο πανηγύρι. Μα απάντηση δεν πρόκειται να λάβουν ποτέ...

22.10.13

This is It


"Δεν υπάρχει πουθενά να πας, 
τίποτα να κάνεις και κανένας που να είσαι 
εκτός από αυτός που είσαι, 
από αυτό που κάνεις και από εκεί που πας"

20.10.13

Pablo Neruda – Αργοπεθαίνει (Muere lentamente)


Αργοπεθαίνει
  όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.


Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του


Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.


Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.


Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του


Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη


Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει


Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.


Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

16.10.13

Οδυσσέας Ελύτης - Προφητικόν ( Άξιον Εστί 1959 )



ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ
ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ
*****
Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και
στο ξινόχορτο.
-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων
και Στρατηγών.
-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των
δικών τους πτωμάτων.


-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού, θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Α-


στικού μας Κώδικα.
-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρι-
νο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά


Λεοντάρια.
-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρω-
ση των Ζευγαριών.


-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού, θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ' ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ' ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι


της Αναστάσεως.
-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία
στην καθαρότητα των ουρανών.
-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι, και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα 'ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα 'χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα 'ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ' ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν' αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!