18.7.17

Εκκλησιαστής Κεφ. 1

[1,1] Αυτά εδώ είναι λόγια του Εκκλησιαστή, υιού του Δαυίδ, βασιλιά του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ.

 [2] Ματαιότης ματαιοτήτων, είπε ο Εκκλησιαστής, ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. 

[3] Ποιο είναι το κέρδος του ανθρώπου που μοχθεί αδιάκοπα κάτω απ᾽ τον ήλιο;

 [4] Οι γενιές φεύγουν και έρχονται, όμως η γη παραμένει στους αιώνες. 

[5] Ο ήλιος ανατέλλει και δύει κι όλο τρέχει προς το σημείο απ᾽ όπου ανέτειλε. 

[6] Κατά τον νοτιά φυσούν οι άνεμοι κι ύστερα προς τον βοριά τραβάνε στριφογυρίζοντας αδιάκοπα και πάντα επιστρέφουν. 

[7] Όλα τα ποτάμια χύνονται στη θάλασσα, όμως η θάλασσα δεν πλημμυρίζει. Στον τόπο όπου ξεκίνησαν, εκεί γυρίζουν πάλι. 

[8] Τα πάντα χρειάζονται μόχθο πολύ. Κι ο άνθρωπος δεν βρίσκει τρόπο να τα περιγράψει. Τα μάτια του δεν χορταίνουν να βλέπουν και τ᾽ αυτιά του δεν χορταίνουνε να ακούν. 

[9] Ό,τι υπήρξε θα ξαναϋπάρξει, κι ό,τι έγινε θα γίνει κάποτε ξανά. Τίποτα δεν είναι καινούριο πάνω σ᾽ αυτή τη γη. 

[10] Όποιος θα μιλήσει και θα πει Δες κάτι καινούριο, θα λάβει την απάντηση πως αυτό υπήρξε εδώ και αιώνες πριν από μας. 

[11] Τα περασμένα κανείς δεν τα θυμάται. Και όσα θα συμβούν, θα σβήσουν απ᾽ τη μνήμη των ανθρώπων, που θά ᾽ρθουν ύστερ᾽ από μας. 

[12] Εγώ ο Εκκλησιαστής υπήρξα βασιλιάς του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ. 

[13] Έβαλα, λοιπόν, σκοπό να ερευνήσω σε βάθος και να κατανοήσω με τη σοφία που διέθετα όλα όσα συμβαίνουν κάτω απ᾽ τον ήλιο και το συμπέρασμα είναι πως ο Θεός έβαλε τους ανθρώπους να μοχθούν και να βασανίζονται ματαίως. 

[14] Τα είδα όλα όσα διαδραματίζονται κάτω απ᾽ τον ήλιο και διαπίστωσα πως όλα ήταν μάταια κι εφήμερα. 

[15] Ό,τι στράβωσε δεν γίνεται να ισιώσει κι ό,τι λείπει δεν μπορεί να μετρηθεί. 

[16] Σκέφτηκα, λοιπόν, πως έγινα μέγας και τρανός, πως γνώρισα δόξες και συγκέντρωσα τόσες γνώσεις, που ξεπέρασα όλους όσους έζησαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ. Άρα ήταν καιρός να ερευνήσω, με όλη μου την ψυχή, την ανθρώπινη σοφία και γνώση. 

[17] Ο νους μου γνώρισε πολλά και έμαθε πολλά. Μελέτησα τη μωρία και τα λάθη των ανθρώπων, ώσπου κατάλαβα πως όλ᾽ αυτά είν᾽ ένα τίποτα. 

[18] Γιατί μέσα στην πολλή σοφία κρύβεται θλίψη πολλή. Κι όποιος τις γνώσεις του πληθαίνει, τα βάσανά του μεγαλώνει.


1 σχόλιο:

Άβατον είπε...

How Fortunate The Man With None

You saw sagacious Solomon
You know what came of him,
To him complexities seemed plain.
He cursed the hour that gave birth to him
And saw that everything was vain.
How great and wise was Solomon.
The world however did not wait
But soon observed what followed on.
It's wisdom that had brought him to this state.
How fortunate the man with none.

You saw courageous Caesar next
You know what he became.
They deified him in his life
Then had him murdered just the same.
And as they raised the fatal knife
How loud he cried: you too my son!
The world however did not wait
But soon observed what followed on.
It's courage that had brought him to that state.
How fortunate the man with none.

You heard of honest Socrates
The man who never lied:
They weren't so grateful as you'd think
Instead the rulers fixed to have him tried
And handed him the poisoned drink.
How honest was the people's noble son.
The world however did not wait
But soon observed what followed on.
It's honesty that brought him to that state.
How fortunate the man with none.

Here you can see respectable folk
Keeping to God's own laws.
So far he hasn't taken heed.
You who sit safe and warm indoors
Help to relieve our bitter need.
How virtuously we had begun.
The world however did not wait
But soon observed what followed on.
It's fear of god that brought us to that state.
How fortunate the man with none.

performed by Lisa Gerrard & Brendan Perry
engineered and produced by Brendan Perry at Quivvy Church

music: Dead Can Dance
words: Bertold Brecht (Translation John Willet)