12.1.10
11.1.10
Ο ύμνος της Αγάπης (Α' Κορινθίους κεφ. ιγ' στίχοι 1-13)

«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.
η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.
Είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσαι παύσονται· είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος έλάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δι' εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη».
"Αν ξέρω να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε έγινα σαν ένας άψυχος χαλκός που βουίζει η σαν κύμβαλο που ξεκουφαίνει με τους κρότους του. Και αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ με τη δύναμη της ακόμη και τα βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε δεν είμαι τίποτε απολύτως.
Και αν πουλήσω όλη την περιουσία μου για να χορτάσω με ψωμί όλους τους φτωχούς, και αv παραδώσω το σώμα μου για να καεί, αλλά αγάπη δεν έχω, τότε σε τίποτε δεν ωφελούμαι.
Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (= δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει.Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει
Αν υπάρχουν ακόμα προφητείες, θα έλθει μέρα που και αυτές θα καταργηθούν αν υπάρχουν χαρίσματα γλωσσών και αυτά θα σταματήσουν αν υπάρχει γνώση και αυτή θα καταργηθεί. Γιατί τώρα έχουμε μερική και όχι τέλεια γνώση και προφητεία· όταν όμως έλθει το τέλειο, τότε το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, μιλούσα ως νήπιο, σκεφτόμουν ως νήπιο, έκρινα ως νήπιο. Όταν έγινα άνδρας, κατάργησα τη συμπεριφορά του νηπίου. Τώρα βλέπουμε σαν σε καθρέπτη και μάλιστα θαμπά, τότε όμως θα βλέπουμε το ένα πρόσωπο το άλλο πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνο ένα μέρος από την αλήθεια, αλλά τότε θα έχω πλήρη γνώση, όπως ακριβώς γνωρίζει και εμένα ο Θεός. Ώστε τώρα μας απομένουν τρία πράγματα: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Πιο μεγάλη όμως από αυτά είναι η ΑΓΑΠΗ"
6.12.09
28.10.09
Θες
Όσα περισσότερα μπορεί κάποιος να θέλει.
Θες.
Νέα πράγματα που θα τα παλιοκαιρίσεις.
Θες.
Καινούργιους έρωτες,
που θα σε κάνουν άλλο πια να μη με θες.
Συνεχώς θες όλο και πιο πολλά,
χωρίς ν'αναλογίζεσαι πως ο άνθρωπος
που δεν επιθυμεί τίποτα χαίρεται τα πάντα.
Θες.
Θεός να γίνεις.
Θες.
Να καταστρέψεις ότι δεν μπορείς να έχεις.
Μακάρι να ήξερες τι θες.
Με Θες,
δίχως να λογαριάζεις τα Θέλω μου.
Όπως θες.
Ότι θες.
Όπου θες.
Θες δεν θες.
Θα με θες.
15.10.09
11.10.09
Fantastikoi Hxoi-Ο δρόμος δεν έχει αλλαγή
κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
Δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ
ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή
όσο γυρεύεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
ο δρόμος
δεν έχει αλλαγή"
cut-up απο το ποίημα "Επιφάνια" του Γιώργου Σεφέρη, 1937
2.9.09
Αποθέωσις στο τετράγωνο

Μέσα σε 13 μερόνυχτα πέθανα και αναστάθηκα στα χέρια της.
Οι στιγμές μάγευαν τις αισθήσεις και όλο το Είναι είχε αφιερωθεί στον βωμό της Αγάπης.
Όχι της αγάπης που ξέρεις και έχεις γνωρίσει μα σε κάτι που είναι πέρα από τις λέξεις και τις αισθήσεις. Τα μάτια της μιλούσαν μέσα από τα άστρα και το κορμί της μπορούσε ανά πάσα στιγμή να με δονήσει σε κοσμικούς οργασμούς. Το χαμόγελο της ήταν το χαμόγελο του Θεού και όταν κοιταζόμασταν στα μάτια όλα έμοιαζαν να σταματούν μπροστά στην αλήθεια της φωτιάς. Σουλατσάραμε μέσα στον χρόνο χωρίς να σκεφτόμαστε την ώρα. Βολτάραμε στις ψυχές μας και ανακαλύπταμε συνεχώς καινούργια πράγματα για τους εαυτούς μας. Δεν υπάρχουν όρια σε βεβαιώνω. Ποτέ δεν υπήρξαν μα η συνειδητοποίηση είναι κάτι που κερδίζεται και φυσικά ποτέ δεν χαρίζεται.
Όλα έπαιρναν τον δρόμο τους στον αυτόματο. Κάτι σαν την γραφή μου τώρα.
Έρωτας-Πάθος-Αγάπη-Ιερός Γάμος...χωρίς δεύτερη σκέψη και με μια φυσικότητα που δεν χωρούσε εκλογικεύσεις και αναλύσεις. Ακόμη και όταν ο φόβος καιροφυλακτούσε στις αγκαλιές μας εμείς κοιταζόμασταν στα μάτια και ο ένας μπορούσε να δει τον εαυτό του μέσα από το βλέμμα του άλλου. Αφιερώνομαι χωρίς δεσμεύσεις και υποτάσσομαι μπρος στο μεγαλείο της αμοιβαιότητας δύο ψυχών που θέλουν απλά να Είναι ο εαυτός τους και μόνον ο εαυτός τους.
Το χέρι της να με χαϊδεύει κι εγώ να λιώνω σαν πυρωμένη πέτρα που απαρνείται διαπαντός την στέρεη της φύση. Το κορμί της να με αγκαλιάζει σαν όαση κι εγώ να ξεδιψώ στην δροσιά της ηδονής της. Στάλες αλμύρας να ταξιδεύουν στο στήθος της με έναν ήλιο που μας ευλογεί σε κάθε μας ανατολή και δύση. Γάλα να με κερνά τα πρωινά και μέλι να της χαρίζω τα απογεύματα.
Δίχως στάσεις.
Χωρίς αποστάσεις ανάμεσα μας.
Θέλω να γίνω ο άντρας της.
Το παιδί της.
Ο Δάσκαλος και μαθητής της.
Φίλος και συμπολεμιστής της.
Συνταξιδιώτης στης ζωής το πονηρό το μονοπάτι.
Θέλω να γίνω καλύτερος Άνθρωπος δίπλα της.
Θέλω να με θέλει όσο αποζητά το δέντρο το νερό.
Θέλει να την θέλω για όσο οι ανάσες μας φτιάχνουν νεφέλες ονείρων.
Για όσο μπορεί να νιώθει την μοναδικότητα μιας αγάπης που δεν μπορεί να την αγγίξει άλλο ανθρώπινο χέρι.
Χέρια που είναι βάλσαμο στο πρόσωπο μου θεραπεύουν την κούραση μιας καρδιάς που απλά ήθελε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Τίποτα λιγότερο ή περισσότερο.
Θα της χαρίσω τον παράδεισο μου και κείνη θα με κάνει να νιώθω επίγειο Θεό.
Ακόμη και όταν οι γύρω μας δεν μπορούν να καταλάβουν από που πηγάζει όλο αυτό το Φως. Ακόμη και όταν δεν μπορούν να κατανοήσουν το δέσιμο που υπάρχει ανάμεσα μας, άλλοτε θα μας θαυμάζουν κι άλλοτε θα μας ζηλεύουν τυφλωμένοι από το δέος που εκπέμπει ο Έρως ο μέγας.
Ανεπανάληπτες μέρες είναι το φυλαχτό μου και εξαίσιες νύχτες στολίζουν την φτωχή μου την καρδιά. Καρέ - καρέ εικόνες ντύνουν την φαντασία μου και ψιθυριστά λόγια ερωτικά αντηχούν ακόμη με βρόντο στα αυτιά μου.
Δεν ξεχνώ από που ήρθα και προς τα που πηγαίνω.
Απλός τώρα θα είναι και κείνη στο πλάι μου.
Για όσο αντέχουν τα πόδια μας να περπατούν τούτη την γη παρέα.
Για όσο θα θέλει να κάνει τα παιδιά μου και να τα ευλογεί με την αγάπη μας.
Ας εισακουστεί η τελευταία μου ευχή στα τρίσβαθα της γης κι ας φτάσει η προσευχή μου στα ουράνια της οικουμένης.
Το έζησα, κι αυτό δεν μπορεί να μου το πάρει κανείς και τίποτα.
Το ένιωσα, κι ας μπορέσουν άλλοι άνθρωποι να νιώσουν την Αγάπη στην ολότητα της.
Το γεύτηκα και καμιά γεύση δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό.
Το φόντο δεν μπορεί να αλλάξει τις καρδιές μας.
Οι μουσικές δεν μπορούν να τραγουδήσουν τον έρωτα μας.
Τα χρώματα δεν φτάνουν για να απεικονίσουν την ομορφιά μας.
Ο χρόνος είναι πολύ μικρός για να χωρέσει αυτό που υπήρξε και αυτό που θα μας φέρει το μέλλον.
Τα καλύτερα έρχονται.
Με υπομονή και αγάπη θα της αφιερώσω το εσώτερο μου είναι και δεν θέλω να κρατήσω τίποτα για μένα. Δεν θέλω να αφήσω τίποτα αμοίραστο ανάμεσα μας.
Στη θάλασσα, στο βουνό, στον έναστρο ουρανό και στον ζωοδότη ήλιο, ορκίστηκα, πως σε αυτή και την επόμενη ζωή θα την αποθεώνω.
Με λόγια και με πράξεις θα την δοξολογώ και κείνη θα με μυρώνει με λατρεία ως τον ένα και μοναδικό Θεό σε τούτο τον κόσμο.
Μίλησα.

