"Κείνος πάντα θωρούσε τη λαμπρή του Νότου
και κείνη, δεν μπόρεσε ποτέ να δει το άστρο του Βορρά"
~ Love - Light - Life - Liberty ~
Καθώς χειμωνιάζει θα επιστρέψουν ηλιοκαμένοι στα ραγισμένα σπίτια τους.
Το τζάκι θα τους καλωσορίσει ώστε να εξιστορούν σε φίλους και γνωστούς τις ανέμελες μέρες του θέρους και με ίχνη μελαγχολίας να ανταλλάσσουν ο ένας με τον άλλον φωτογραφίες.
Τις νύχτες θα ανοίγουν τα Pc τους και έντρομοι από την εικονοπλαστική ζοφερή πραγματικότητα της πόλης θα αρχίσουν να γλύφουν θαμμένες αστικές πληγές μέσα από δακρύβρεχτα posts.
Έπειτα από το καλοκαιρινό όργιο των αισθήσεων και των παραισθήσεων θα ψάξουν σταθερό ταίρι να γεμίσει τους κρύους μήνες το κρεβάτι τους ως ότου επανέλθει το επόμενο αυγουστιάτικο ξεσάλωμα.
Θα ξανανταμώσουν με εικονικά φιλαράκια και θα ανακτήσουν το πρόσκαιρα χαμένο διαδικτυακό κοινό τους.
Θα ξαναβρεθούν σε ένα στείρο επαγγελματικό περιβάλλον το οποίο καθημερινά τους σκάβει το λάκκο πίσω από την πλάτη τους.
Θα ξανανοίξουν τις κοιμισμένες τηλεοράσεις τους και παραδομένη σε χειμερινό λήθαργο θα περιπλανώνται σε ριάλιτι ονείρατα.
Θα ξαναγεμίσουν τον χρόνο τους με αυστηρό πρόγραμμα γεμάτο από κοινωνικές υποχρεώσεις, επιδερμικές δραστηριότητες και δημοσιοσχετίστικες εκδηλώσεις ώστε να αποφεύγουν όσο περισσότερο μπορούν τον εαυτό τους.
Θα ξαναγυρίσουν στο μαντρί μιας δανεικής ζωής με το χρόνο να επιτελεί χρέη άσπονδου εχθρού.
Θα φορέσουν τις περσόνες ενός διαλυμένου Εγώ και με σκυμμένα κεφάλια και σπασμένα φτερά από τα βάρη στις πλάτες θα περιφέρονται την ημέρα στους δρόμους και τις νύχτες στα μπαρ.
Θα ξανακοιτάξουν τον κόσμο μέσα από τα μεγεθυμένα κιάλια μιας κακώς ευνοημένης πραγματικότητας και θα εστιάσουν στην διαστρεβλωμένη μα και συνάμα επιβαλλόμενη πλευρά της ζωής.
Θα αποτίσουν φόρο τιμής για μια ακόμη φορά στο τσιμεντένιο βωμό της πόλης προσμένοντας ανάσταση Εαυτού.
Επιστροφή σε όλα αυτά που δεν ήθελαν αλλά επέλεξαν να τους περιμένουν λοιπόν...
Ήταν 7 η ώρα το πρωί.
Στοιβαγμένοι άνθρωποι στην αποβάθρα του μετρό περίμεναν υπνοβατώντας να τους πάρει το βαγόνι της γραμμής. Το σιδερένιο φίδι έκανε την εμφάνιση του μέσα από την υποχθόνια τρύπα του και οι πόρτες είχαν ανοίξει. Ο κόσμος άρχισε μηχανικά να στοιβάζεται μέσα στα βαγόνια κι αφού περίμενε καρτερικά να τελειώσει ο πανικός εκείνος μπήκε από τους τελευταίους. Ούτε ξυπνητήρι, ούτε καφές μπορούσαν να τον ξυπνήσουν. Μόνο η μουσική μπορούσε να μετριάσει το μοτίβο μιας καινούργιας μα και τόσο παλιάς ημέρας ταυτόχρονα. Τα ακουστικά τον βοηθούσαν να κλείνει που και που τα μάτια και να φέρνει ξανά και ξανά στην μνήμη του κείνο το περίεργο όνειρο που είχε δει χθες το βράδυ.
Προσπερνώντας την μια στάση μετά την άλλη, ο κόσμος άρχισε να αραιώνει. "Επιτέλους, οξυγόνο", σκέφτηκε. Ήταν μια σκέψη που την έκανε κάθε πρωί τις καθημερινές. Τα Σαββατοκύριακα δεν χρειαζόταν να ακούει μουσική μέσα στα βαγόνια, ούτε να ξυπνά από τις 6 τα χαράματα. Μπορούσε ελεύθερα να ονειρεύεται χωρίς περικοπές και βίαιες εγέρσεις. Στο μεταξύ, το βαγόνι είχε σχεδόν αδειάσει. Η ματιά του, συνάντησε στην άλλη άκρη του χώρου μια κοκκινομάλλα κοπέλα που είχε απορροφηθεί τελείως από το τίποτα που έτρεχε δίπλα στο παράθυρο της. Ένας κόμπος έδεσε τον λαιμό του. Ενστικτωδώς, έτριψε τα μάτια του μπας και φύγει και το τελευταίο ίχνος νύστας και ξανακοίταξε προς την ίδια κατεύθυνση. Εκείνη, βρισκόταν ακόμα εκεί. Ξεροκατάπιε και έμεινε για λίγο καρφωμένος στην θέση του. Έπρεπε να της μιλήσει.
Άρχισε να περπατά αργά προς το μέρος της και μα την αλήθεια του φάνηκε η όλη απόσταση που έπρεπε να διανύσει, όχι μέτρα αλλά χιλιόμετρα! Όταν έφτασε κοντά της έκανε να κάτσει δίπλα της. Εκείνη δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. Ο λογισμός της έτρεχε πιο γρήγορα από το τραίνο. Πρέπει να είχε μείνει αρκετή ώρα να την κοιτά αποσβολωμένος πλάι της όταν το κορίτσι γύρισε απότομα και τον κάρφωσε κατάματα.
"Θέλεις κάτι;", του είπε και κείνος σαν να μην άκουσε καν τις λέξεις είχε μείνει παγωμένος να την κοιτά διψασμένα. Μάτια ίδια με πράσινα διαμάντια στόλιζαν ένα χλωμό πρόσωπο και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλη της το έκαναν να δείχνει ακόμα πιο χλωμό.
"Ρώτησα, θέλεις κάτι;", του ξαναείπε. Ήταν φανερό και σε κείνη πως το αγόρι δίπλα της έδειχνε αν μη τι άλλο σαστισμένο. Σαν να την γνώριζε από κάπου. Η επανάληψη της ερώτησης τον έκανε να τινάξει για μια στιγμή από πάνω του σκέψεις του και προσπάθησε να βρει λαλιά για να απαντήσει.
"Εεε, όχι...εεε, δηλαδή ναι!", είπε με περίσσια τόλμη και μετά έκανε μια παύση για να την χορτάσει ξανά. Η κοπέλα τον κοίταξε λίγο καλύτερα και προσπάθησε να θυμηθεί καθώς τον ρωτούσε, "Γνωριζόμαστε από κάπου;", του είπε με συγκαταβατικό ύφος πριν αρχίσει να πιστεύει πως απλά είναι βλαμμένος.
Αυτό ήταν! Έπρεπε να της πει. Προσπάθησε να το εκφράσει ομαλά μα πάλι κάτι τον κρατούσε αιχμάλωτο. "Εεε, όχι ακριβώς...εεε, κατά κάποιο τρόπο ναι!", ήταν σίγουρο πως θα γελοιοποιούταν έτσι όπως συμπεριφερόταν. Η κοπέλα, έπειτα από τούτη την απάντηση άρχισε να καταλήγει πως απλά είναι ένας ακόμα πυροβολημένος από τους πολλούς που παίρνουν το πρωί το μετρό. "Δεν μου θυμίζεις τίποτα", αποκρίθηκε κοφτά και έκανε να κοιτάξει πάλι έξω. Σαν να τον τίναξε το ρεύμα, στην προσπάθεια του να προλάβει την κίνηση αποφυγής της μάλλον πρέπει να φώναξε λίγο παραπάνω καθώς είπε "Έχεις δίκιο! Έχεις δίκιο και δεν με θυμάσαι διότι δεν έχουμε βρεθεί ποτέ από κοντά...", στο άκουσμα μιας τέτοιας ανταπόκρισης σούφρωσε το πρόσωπο της σαν να είχε φάει ξινή σούπα μα πριν προλάβει να κάνει το οτιδήποτε εκείνος συνέχισε σαν χείμαρρος, "...εεε να, αυτό το λέω γιατί συνέβη κάτι πολύ περίεργο χθες το βράδυ. Θα σου φανεί τρελό μα μερικές ώρες πριν σε είδα στον ύπνο μου! Είδα ένα όνειρο στο οποίο λέει είχαμε συναντηθεί στην εξοχή και μιλούσαμε ξαπλωμένοι κάτω από ένα δέντρο. Ήσουν εσύ! Είμαι σίγουρος γι αυτό. Σε είδα εδώ μέσα και η γη έφυγε κάτω από τα πόδια μου", όλη αυτή την ώρα εκείνη τον κοιτούσε εξεταστικά.
"Το μόνο που δεν κατάφερα, ήταν να μάθω το όνομα σου. Θυμάμαι πως σε ρώτησα επανειλημμένα μα δεν ήθελες να μου πεις. Μάλιστα, σε κάποια φάση που έγινα πιεστικός, γύρισες και μου είπες πως θα μου το πεις κάποια άλλη στιγμή από κοντά(?!)...ξέρω μπορεί να σου φαίνεται τρελό ή δήθεν μα λέω την αλήθεια".
Έλεγε αλήθεια. Ήταν πασιφανές πως το αγόρι απέναντι της δεν έλεγε ψέματα. Τα μάτια του μιλούσαν και για τους δυο τους.
"Ευτυχία", του είπε ψιθυριστά, "το όνομα μου, δεν ζήτησες;" χαμογέλασε.
"Ποιος να περίμενε πως θα την συναντήσω εδώ μέσα; Ως τώρα, μόνο στα όνειρα την είχα ανταμώσει", της είπε και κείνος με ένα φωτεινό χαμόγελο.
"Το δικό σου όνομα δεν μου είπες"
"Α, ναι...συγνώμη για την παράλειψη, Απόστολο με λένε"
"Μακάρι να ήξερα ποια περίεργη μοίρα ή σύμπτωση ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο σ'έστειλε σήμερα κοντά μου Απόστολε...χάρηκα πάντως για την γνωριμία", του είπε παιχνιδιάρικα καθώς του έδινε το χέρι.
Η στάση που έπρεπε να κατέβουν είχε περάσει εδώ και πολλή ώρα και ο τερματισμός του συρμού, τους βρήκε να συνεχίζουν στην ουσία αυτό που είχε μείνει στο όνειρο ημιτελές...

Ψάξε στο τίποτα να βρεις, όλα τ' ανώφελα της γης
κράτα μαζί σου
Κι όταν το κόσμο καταπιείς και πάλι τίποτα δε δεις
στη χώνεψή σου
Θα 'σαι ένας ήρωας διαφανής που ούτε ξέρεις, δε μπορείς
και πας στον πάτο και παρακάτω.
Περνάν τα χρόνια, σκάβεις μια τρύπα στο νερό,
την ίδια τρύπα, μα ούτε της μύγας το φτερό
δε το χωράει - θαρρώ - φτύνω το κόρφο μου και απορώ.
Μετράω το κρίμα σου και δεν έχει μετρημό.
Ακούω το φόβο σου, το χρυσοπληρωμένο ρόλο σου,
τον απαράβατο ρυθμό τον ψυχοφθόρο σου
και μες στο τίποτα και πάλι κοίτα τα ,ψάξε καχύποπτα
μήπως και βρεις τα μυστικά τ' ακλείδωτα.
Και δε φαντάζεσαι πως ξημεροβραδιάζεσαι
στη ματαιότητα που πολλαπλασιάζεσαι.
Αυτοθαυμάζεσαι, στην ταραχή σου βιάζεσαι
να 'ναι δικός σου ο κόσμος· αιφνιδιάζεσαι,
δε φτάνει μια ζωή για να χορτάσεις μια στιγμή.
Τα θέλεις όλα, στ' άπειρο ποντάρεις, γραμμή,
μα είναι άκυρο κι εσύ βαριά κι ασήκωτα
χάφτεις τα πάντα για ένα τίποτα.
Θα 'χεις το λόγο σου να μένεις μόνος σου εσύ κι ο κόσμος σου.
Αντίστροφά μετράς κατά βούληση το χρόνο σου
κι ασύδοτα στ' απωθυμένα σου τάζεις αντίδοτα,
τρία οικόπεδα και δύο αυτοκίνητα
Φοράς χρυσόμαλλο, δικέφαλο δέρας,
κυριακάτικη ψυχή με μούτρα τσαγκαροδευτέρας
και χάνεσαι στα φούμαρα, βολεύεσαι στα χρόνια
- καρικατούρα χωρία λόγια για τα αιώνια.
Κι απ' το τίποτα βγάζεις πατέντα·
να ξερες πόσο θυμίζει άλλη μια τσίχλα με μέντα!
κάτω απ' τη σόλα σε κραταει σαν κόλλα,
σα τη βλακεία που αναμφίβολα, κεραυνοβόλα
σ' ερωτεύεται, μένει μαζί σου, τρέφεται σα βδέλλα,
φοράει φύκια αντί μεταξωτή κορδέλα.
Μα εσύ καθόλου και ποτέ σου δε ντροπιάζεσαι
και το τίποτα άλλο λίγο περιεργάζεσαι.
Τίτλος: Τα Πάντα Για Ένα Τίποτα
Group: Active Member
Δίσκος: Fiera