18.7.17

Εκκλησιαστής Κεφ. 1

[1,1] Αυτά εδώ είναι λόγια του Εκκλησιαστή, υιού του Δαυίδ, βασιλιά του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ.

 [2] Ματαιότης ματαιοτήτων, είπε ο Εκκλησιαστής, ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. 

[3] Ποιο είναι το κέρδος του ανθρώπου που μοχθεί αδιάκοπα κάτω απ᾽ τον ήλιο;

 [4] Οι γενιές φεύγουν και έρχονται, όμως η γη παραμένει στους αιώνες. 

[5] Ο ήλιος ανατέλλει και δύει κι όλο τρέχει προς το σημείο απ᾽ όπου ανέτειλε. 

[6] Κατά τον νοτιά φυσούν οι άνεμοι κι ύστερα προς τον βοριά τραβάνε στριφογυρίζοντας αδιάκοπα και πάντα επιστρέφουν. 

[7] Όλα τα ποτάμια χύνονται στη θάλασσα, όμως η θάλασσα δεν πλημμυρίζει. Στον τόπο όπου ξεκίνησαν, εκεί γυρίζουν πάλι. 

[8] Τα πάντα χρειάζονται μόχθο πολύ. Κι ο άνθρωπος δεν βρίσκει τρόπο να τα περιγράψει. Τα μάτια του δεν χορταίνουν να βλέπουν και τ᾽ αυτιά του δεν χορταίνουνε να ακούν. 

[9] Ό,τι υπήρξε θα ξαναϋπάρξει, κι ό,τι έγινε θα γίνει κάποτε ξανά. Τίποτα δεν είναι καινούριο πάνω σ᾽ αυτή τη γη. 

[10] Όποιος θα μιλήσει και θα πει Δες κάτι καινούριο, θα λάβει την απάντηση πως αυτό υπήρξε εδώ και αιώνες πριν από μας. 

[11] Τα περασμένα κανείς δεν τα θυμάται. Και όσα θα συμβούν, θα σβήσουν απ᾽ τη μνήμη των ανθρώπων, που θά ᾽ρθουν ύστερ᾽ από μας. 

[12] Εγώ ο Εκκλησιαστής υπήρξα βασιλιάς του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ. 

[13] Έβαλα, λοιπόν, σκοπό να ερευνήσω σε βάθος και να κατανοήσω με τη σοφία που διέθετα όλα όσα συμβαίνουν κάτω απ᾽ τον ήλιο και το συμπέρασμα είναι πως ο Θεός έβαλε τους ανθρώπους να μοχθούν και να βασανίζονται ματαίως. 

[14] Τα είδα όλα όσα διαδραματίζονται κάτω απ᾽ τον ήλιο και διαπίστωσα πως όλα ήταν μάταια κι εφήμερα. 

[15] Ό,τι στράβωσε δεν γίνεται να ισιώσει κι ό,τι λείπει δεν μπορεί να μετρηθεί. 

[16] Σκέφτηκα, λοιπόν, πως έγινα μέγας και τρανός, πως γνώρισα δόξες και συγκέντρωσα τόσες γνώσεις, που ξεπέρασα όλους όσους έζησαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ. Άρα ήταν καιρός να ερευνήσω, με όλη μου την ψυχή, την ανθρώπινη σοφία και γνώση. 

[17] Ο νους μου γνώρισε πολλά και έμαθε πολλά. Μελέτησα τη μωρία και τα λάθη των ανθρώπων, ώσπου κατάλαβα πως όλ᾽ αυτά είν᾽ ένα τίποτα. 

[18] Γιατί μέσα στην πολλή σοφία κρύβεται θλίψη πολλή. Κι όποιος τις γνώσεις του πληθαίνει, τα βάσανά του μεγαλώνει.


26.10.13

We need to make books cool again


25.10.13

Η Χίμαιρα


Η μέρα δεν τους είχε κάνει το χατήρι κι ας ήταν μεσημεράκι. Ο ήλιος είχε ξεχάσει εκείνη την μέρα να κάνει την έκδηλη παρουσία του. Διατηρούσε περισσότερο μια επιφυλακτική στάση στα πράγματα. Αυτή ήταν μια από τις λέξεις που θα έπαιζαν στο τραπέζι. Επιφυλακτικότητα. Στην συνέχεια όμως θα μοιραζόταν η τράπουλα και οι λέξεις θα έκαναν το δικό τους καρέ του Άσσου.
Ένα τραπέζι, δύο άνθρωποι. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Δύο καφέδες σε ολική καθήζηση και δύο ποτήρια νερό που μάταια προσπαθούσαν να ξεδιψάσουν τα αφυδατωμένα στόματα. Στην  μέση ένα τασάκι που δεν ήξερε που να πρωτοκοιτάξει από την νευρικότητα.. Τα τσιγάρα άναβαν και έσβηναν σαν πεφτάστερια που καταλήγουν να αυτοκτωνούν σε σταχτί λίμνη.
Έχουμε και λέμε ξανά. Ένα τραπέζι, δύο άνθρωποι. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Μια συνάντηση που περιμένε εδώ και πολύ καιρό. Δύο αφυδατωμένες καρδιές από έρωτα που περίμεναν τόσο καιρό να ανταμώσουν από κοντά και να ξεδιψάσουν ο ένας από τον άλλον. Δύο χέρια να έχουν μείνει ναυαγισμένα μεσοπέλαγα του τραπεζιού προσπαθώντας το ένα να βρει το άλλο.

Εκείνος: καστανός με ξανθωπά ίχνη στο μαλλί, μελιά μάτια και ανάστημα γύρω στο 1.83cm χωρίς υπερβολές βάρους. Μακριά λεπτά δάχτυλα που θύμιζαν πιανίστα και ένα χαμόγελο που πάνω απ'όλα έδειχνε πηγαίο και αυθεντικό. Υπήρχε όμως μια υπόγεια νευρικότητα που όχι μόνο δεν τον άφηνε να χαμογελάσει όσο ήθελε αλλά τον έκανε να καπνίζει αδιάκοπα πίσσα και νικότινη. Το στόμα του ήθελε να της μιλήσει μα κάθε φορά επέμενε να πίνει νερό ή να καπνίζει λες και η γλώσσα του είχε πάρει φωτιά. Το βλέμμα του εννοούσε πολλά περισσότερα από ότι η μεταξύ τους σιωπή υπογράμμιζε.
Εκείνη: καστανόμαυρα μακριά μαλλιά που τελείωναν σε ατίθασες μπούκλες, μαύρες πέρλες μάτια που στο φως της μέρας έδειχναν σαν σκοτεινά πετράδια και ανάστημα γύρω στο 1.70cm με καμπύλες που την έκαναν να δείχνει ψηλότερη. Τα νύχια της, επίσης βαμμένα μαύρα σε αντίθεση με κατάλευκα δόντια της που κάθε φορά που χαμογελούσε την έκαναν να δείχνει πιο προσεγγίσιμη. Σε γενικές γραμμές το πρόσωπο της είχε αμυντική στάση ενώ τα μάτια της εξέπεμπαν ένα αμάλγαμα ερωτικού μαγνητισμού. 
Το σίγουρο ήταν πως έμοιαζαν οι δυό τους πολύ στα χείλη. Ίδιο κυματιστό σχήμα που τα έκανε να αψηφήσουν θάλασσες για να φιληθούν.

Έπειτα από μια παύση που έμοιαζε με αιώνα ανάμεσα τους, εκείνος, πριν μιλήσει ακόνισε την γλώσσα του και την ίδια στιγμή έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του. "Αυτό είναι για σένα", της είπε καθώς της πρότεινε ένα γυάλινο μπουκαλάκι. "Το έχω γεμίσει με μαύρη άμμο από το ηφαίστειο της Σαντορίνης και θέλω να πιστεύω πως με αυτό τον τρόπο κατάφερα να φέρω κοντά σου λίγη από την ενέργεια του νησιού"
Επιτέλους, τα μάτια της χάραξαν από χαρά στην θέα του μπουκαλιού και με μια δισταχτική κίνηση άπλωσε το χέρι της να περιεργαστεί το μπουκαλάκι από κοντά. Κοιτούσε την ηφαιστειακή άμμο και ένιωθε πως κρατούσε μαύρο χρυσάφι. "Αν δεν ήξερα πως είναι από την Σαντορίνη, θα πίστευα πως μου το έχεις φέρει από την σελήνη", του είπε με παιχνιδιάρικο τρόπο και σύνεχισε με ενθουσιασμό "Σε ευχαριστώ πολύ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει πουθενά στην Αθήνα κάτι παρόμοιο", ήθελε να πει και κάτι ακόμη μα κάτι σαν να την σταμάτησε. 
Εκείνος, την παρακολουθούσε ολιστικά και λες κι ακούστηκε φρενάρισμα στον δρόμο, κοίταξε να την προλάβει πριν τρακάρει ο ενθουσιασμός της και αποκρίθηκε με ζεστή φωνή..."χαίρομαι που σου άρεσε, ήθελα να σου φέρω λίγη γη από αυτή που πατούσα τόσο καιρό ενώ η σκέψη σου με έκανε να πετώ στο φεγγάρι. Έχεις γνωρίσει ξανά Κοσμοναύτη;", η ατάκα αυτή τους έκανε να χαμογελάσουν και οι δυό. 
Η φωτιά είχε ανάψει ανάμεσα τους και η Εστία ευλογούσε τον λόγο τους.

Ήταν η σειρά του να λάβει το δώρο της αποδοχής και αφού άφησε για μια στιγμή το οξυγόνο να γεμίσει το στόμα του, είπε "Έκανα πολύ δρόμο για να έρθω κοντά σου και ούτε μια στιγμή δεν παρέκλεινα από το μονοπάτι που οδηγούσε σε σένα, και τώρα είμαι εδώ μπροστά σου, για να σου πω ότι θέλω να συνεχίσω το Μονοπάτι που άνοιξε πριν καιρό για εμάς. Δεν σου ζητώ να σταματήσεις τώρα. Θέλω να σταθείς πλάι μου και να συνεχίσουμε μαζί. Για όπου μας βγάλει, για όσο αντέξουμε για όσο θα πιστεύουμε ότι το μονοπάτι αυτό θα είναι δρόμος και όχι γκρεμός...", δεν μπορούσε ούτε αυτός να πιστέψει στα αυτιά του με αυτά που έλεγε το στόμα του. Αυτό δεν ήταν μέσα στα πλάνα του. Άρχισε να νιώθει φόβο στο πετσί του αλλά συνέχισε, "...κι εγώ είμαι εδώ για σένα, σάρκα και οστά. Δίνω το παρόν για να σου πω πως το παρελθόν πλέον δεν υπάρχει και το μέλλον σίγουρα δεν θα είναι το ίδιο χωρίς εσένα. Είμαι κάτι λιγότερο από αυτό που περίμενες να βρεις και είμαι έτοιμος να γίνω κάτι παραπάνω από αυτό που ονειρευόσουν"

Ο χρόνος είχε σταματήσει. Τα σύννεφα είχαν εξαφανιστεί και ο ήλιος όταν αποφάσισε να κάνει ξανά την εμφάνιση του, φρόντισε πρώτος να ζεστάνει κείνο το δάκρυ που ξεμύτισε σαν μικρός ορφανός ήλιος από τα μάτια της κοπέλας. 

Η Χίμαιρα είχε πεθάνει.
Η ανάσα της, που κάποτε ήταν φωτιά είχε σβήσει. 
Ο Βελλεροφόντης μπορεί να κοιμάται τώρα πάνω στο ηφαίστειο. 




{Και εννοείται πως αυτοί ζήσαν καλά και εμείς(;) καλύτερα...}

24.10.13

Έτσι κι αλλιώς


"Έτσι κι αλλιώς...", όταν ήθελες να μου ανακοινώσεις κάτι βαρυσήμαντο "έτσι κι αλλιώς" σχεδόν πάντα άρχιζες την πρόταση σου με αυτές τις τρεις λέξεις. Όταν ήθελες να με προσγειώσεις για τα καλά στην γη γιατί σκιαζόσουν τις υψηλές πτήσεις της καρδιάς, συνήθιζες να ξεκινάς τους συλλογισμούς σου για την ζωή και τον άνθρωπο...πάντα "έτσι" και ποτέ "αλλιώς". Έπαιρνες εκείνο το στυλ, που έφερνε σε σοβαρότητα το ανάλογο ύφος των σεισμολόγων όταν ανακοινώνουν καταστροφές και κάθε φορά αναλογιζόμουν πόσα ρίχτερ πόνου και δονήσεις ρεαλισμού θα μου χαρίσεις. 
Φορούσες την περισπούδαστη μάσκα της ζωής που δεν σήκωνε διαφωνίες καθώς μου έλεγες "Μόνοι ερχόμαστε σε τούτη την στράτα του κόσμου, μόνοι μας πορευόμαστε στης ζωής το μονοπάτι και μόνοι μας φεύγουμε καθώς εξερχόμαστε από την πόρτα διαφυγής του θανάτου".
Σε παρακολουθούσα θαρρώ με συμπάθεια περισσότερο καθώς σε άκουγα να μιλάς για ώρα και να μου εξηγείς την κοσμοθεωρία σου για τις σχέσεις και την ζωή. Ατένιζα το βλοσυρό σου βλέμμα και όσο περνούσε η ώρα έκανα μακροβούτια στα φουρτουνιασμένα κύματα της σκέψης σου ψάχνοντας να αγγίξω το βυθό της καρδιάς σου. 
Δεν μιλούσα. Άκουγα προσεχτικά. Αφουγκραζόμουν την φωνή σου να αντιλαλεί μέσα στις σπηλιές του μυαλού μου και ήθελα τόσα πολλά να σου πω μα κάτι με κρατούσε και προτιμούσα να αφήνω την ηχώ σου να περιπλανιέται μόνη της και να χάνεται αποκαμωμένη από την απουσία ανταπόκρισης. 
Έλεγες και άλλα πολλά και όταν με έβλεπες να πετώ στα σύννεφα, ποτέ σου δεν μπήκες στον κόπο να με ρωτήσεις σε ποια μέρη της οικουμένης με πάει η πυξίδα της καρδιάς. Ακόμη και όταν σου πρότεινα να καλπάσεις μαζί μου στην πλάτη του ήλιου εσύ κοιτούσες με απάθεια τα σύννεφα να περνούν. 
"Έτσι κι αλλιώς...", έλεγες και ξαναέλεγες, είμαστε μόνοι και πίσω από αυτή την επιμονή σου περιεργαζόμουν το Φόβο να σου τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια. Με έβλεπες να χαμογελώ και απορούσες. Με μένα απορούσες, με σένα γελούσα. Ναι με εσένα που ήθελες να πατάς τόσο σταθερά, που ήθελες να λες λόγια στηβαρά που ήθελες να ελέγχεις το πέταγμα μου και όταν σε άφησα πραγματικά μόνη έσκουζες από τον πόνο σαν σφαχτό στη θέση του Ισαάκ. 
Τώρα που σε άφησα στην γη δεν ήθελες να γειωθείς. Απαιτούσες εξηγήσεις, αρνιόσουν να δεις καθαρά τις απαντήσεις. Δεν ήθελες να ζήσεις κοινές πραγματικότητες αλλά να επιβάλλεις την δική σου μονοδιάσταση αντίληψη του Έρωτα. 
Κι όταν "έτσι κι αλλιώς" έφτασε η στιγμή για εξηγήσεις φρόντισα να σου απαντήσω με την αλήθεια της καρδιάς μου και με όχι με αύτη που σου χάριζε σιγουριά τόσο καιρό και σε έκανε να νιώθεις πως έχεις το πάνω χέρι. 

Κλείσε τα αυτιά σου και άκου λοιπόν τούτο καλά. 

Έτσι κι αλλιώς στην ζωή ερχόμαστε μονάχοι. 
Έτσι κι αλλιώς φεύγουμε μονάχοι. 
Στο μεσοδιάστημα όμως γνωρίζουμε ανθρώπους που μας κρατούν το χέρι. 
Που στέκονται πλάι στην σκιά μας και σκουπίζουν τα δάκρια μας. 
Που μας ευλογούν με Αγάπη και δεν ζητάν τίποτα παραπάνω από εμας.
Που κάνουν το βάρος της ζωής και του θανάτου πιο ελαφρύ στις πλάτες μας.
Κάποιοι από αυτούς πορεύονται μαζί μας για μερικά φεγγάρια. 
Ελάχιστοι θα είναι στο τέλος παρόν να μας κλείσουν τα μάτια πριν ανοίξουμε την πόρτα του φευγιού.

'Ετσι κι αλλιώς, μια μέρα θα χωρίσουμε, 
από έρωτα, από θάνατο, από χρόνο.
Θα ήθελα όμως να χωρίσουμε μαζί. 
Όχι χώρια. 

Άν όχι πάλι, έτσι κι αλλιώς , θα ξαναβρεθούμε...

23.10.13

Θυμάμαι



Τι επιτρέπω έξωθεν να εισχωρήσει μέσα μου; 
Τι αφήνω να με αγγίξει; 

Ποιο γνώριμο μαχαίρι θα σκάψει τις πληγές της προδοσίας; 
Ποιο οικείο χέρι θα κρατήσει την καρδιά μου;
Ποιο θα είναι το τελευταίο βλέμμα που θα με αποχαιρετήσει;

Θυμάμαι. 
Ο καιρός άλλαζε και μαζί με αυτόν και τα ταξίδια του μυαλού.
Τόσα τα διαβατάρικα πουλιά που ταξίδεψαν στο κορμί μου και όταν οι εποχές άλλαζαν ακολουθούσαν την φωνή τους.
Θυμάμαι καλά. 
Ο χρόνος άλλαζε και μαζί με αυτόν άλλαζε και ο ρυθμός της καρδιάς.
Στο τροπικό δέντρο του έρωτα κρέμονται ακόμη βραδύπους σκηνές πάθους.

Οι καρδιές αγαπήθηκαν συνεσταλμένα, τα Εγώ πολέμησαν με μανία το ένα το άλλο και οι ηττημένοι ήταν οι ίδιοι που νόμιζαν πως είχαν κερδίσει. Εκατόμβες τα θύματα των ανικανοποίητων προσδοκιών. Κανείς δεν χάρηκε λάφυρα. Μια απώλεια εκκρεμούσε για τον καθένα. Ένα νοσταλγικό μνημονικό μιας αλλοτινής πατρίδας. 
Στρατοί εραστών, σήλεψαν τους ναούς της Αφροδίτης στο πέρασμα τους. Ερείπια άφησαν πίσω τους τα κούφια όνειρα και κάποια εξ αυτών, τόλμησαν ακόμη να υβρίσουν και τον Έρωτα.

Θυμάμαι. 
Όσους πρόσφεραν μύρο και όσους δάκρυσαν στο Γάγγη ποταμό.
Όσους ταξίδεψαν στην πλάτη της σταγόνας για να βρουν ωκεανούς αγάπης.
Όσους ξέκλεψαν ίδρωτα από τον κόπο τους για να δροσίσουν τον διπλανό τους και ας στέρεψαν στο τέλος.
Θυμάμαι καλά.
Καθόμουν σε μια γωνιά και τους παρακολουθούσα να μπαίνουν στο σπιτικό μου με ξέκωπες μέσες από την διαδρομή. Κατάκοποι από τις κακουχίες της ζωής. Κατατρεγμένοι από τις Ερινύες και την μήνη των Θεών. Καθόμουν σε μια γωνιά και τους περίμενα με στρωμένο τραπέζι και τους κοιτούσα να ικανοποιούν την λαιμαργία τους. Να αφήνουν άναρθρες κραυγές καθώς ξέσκιζαν τις σάρκες μου. Να πίνουν το αίμα μου για να ξεδιψάσουν την ακόρεστη δίψα της αλλήθωρης χαράς τους. Κι όταν δεν έμενε τίποτα από εμένα, όταν ρουφούσαν σφυριχτά και το τελευταίο κοκκαλάκι, άφηναν ένα ερεβώδες ρέψιμο ως αναμνηστικό για την φιλοξενία πριν κλείσουν πίσω τους την πόρτα. 

Θυμάμαι.
Την ανάσταση μου. Το τέλος και την αρχή μου.
Θαρρώ πως ήταν η ίδια δύναμη που κάνει τον βλαστό να οργιάζει.
Ο ίδιος ήλιος με αυτόν που χαίρεται η πλάση.
Θυμάμαι καλά.
Πως το σπιτικό μου το ξαναέστησα με μπόλικη αγάπη και μεράκι. Του αφιέρωσα χρώμα και χρόνο. Λόφοι μπουγάδες τα σεντόνια, ξεβρώμισμα της σάλας από τα αποφάγια, ξετρύπωσα τους αρρουραίους της σοφίτας και άνοιξα τα παραθύρια του μυαλού να πάρουν κι αυτά οξυγόνο. Άφησα τις μέρες να απαλύνουν τις πληγές και τον χρόνο να μουδιάσει την καρδιά.
Ήρθε η μέρα όμως που η πόρτα βρόντηξε. Δεν ήταν οδοιπόροι αυτή την φορά. Ορδές βαρβάρων ήσαν που λύσσαξαν σαν έμαθαν πως ορθώθηκα ξανά. Με μπουνιές και κλωτσιές μπούκαραν στο σπιτικό μου αυτή την φορά και καθώς με χτυπούσαν αλύπητα ουρλιάζαν "Που βρίσκεις όλο αυτό το νερό και ξεδιψάς την θάλασσα; Που βρίσκεις τόσο Φως και σκιαίνει η μέρα εμπρος σου; Που βρίσκεις το χαμόγελο τις λύπες να γελάς; Που βρίσκεις την Αγάπη τον Φόβο να κερνάς;"
Βόθρος οι απειλές τους καθώς συνέχιζαν να με χτυπούν μα απάντηση δεν πήραν. Συνέβησαν και άλλα πολλά μα ποτέ δεν συναίνεσα στην ασχήμια τους.

Δεν θυμάμαι, έκτοτε να ξαναήρθαν. 
Τους περίμενα με στρωμένο τραπέζι, με καθαρά σεντόνια και με απόλυτη ηρεμία μα δεν καταδέχθηκαν να με επισκεφτούν ξανά. 
Εδώ είμαι ομως. Έτοιμος να ξαναπλώσω το χέρι στην απληστία τους. Να τους χαρίσω το σπιτικό μου για άλλο ενα καννιβαλιστικο πανηγύρι. Μα απάντηση δεν πρόκειται να λάβουν ποτέ...

22.10.13

This is It


"Δεν υπάρχει πουθενά να πας, 
τίποτα να κάνεις και κανένας που να είσαι 
εκτός από αυτός που είσαι, 
από αυτό που κάνεις και από εκεί που πας"

20.10.13

Martha Medeiros – Αργοπεθαίνει (A Morte Devagar)


Αργοπεθαίνει
  όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.


Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του


Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.


Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.


Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του


Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη


Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει


Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.


Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

16.10.13

Οδυσσέας Ελύτης - Προφητικόν ( Άξιον Εστί 1959 )



ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ
ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ
*****
Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και
στο ξινόχορτο.
-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων
και Στρατηγών.
-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των
δικών τους πτωμάτων.


-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού, θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Α-


στικού μας Κώδικα.
-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρι-
νο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά


Λεοντάρια.
-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρω-
ση των Ζευγαριών.


-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού, θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ' ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ' ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι


της Αναστάσεως.
-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία
στην καθαρότητα των ουρανών.
-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι, και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα 'ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα 'χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα 'ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ' ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν' αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων! 

5.5.12

Αστάθμητος παράγοντας*



"Από κάπου έρχομαι, κάπου πάω
γι’ αλήθεια διψάω, τη ζωή ζουλάω
δεν αγοράζω ούτε πουλάω
εξερευνώ και τραγουδάω.

Δεν είμαι γυμνιστής,
είμαι γυμνός.
Δεν είμαι ανθρωπιστής
είμαι άνθρωπος.

Δεν είμαι στρατιώτης
είμαι αντάρτης,
δε μ’ έχει μέσα
κανένας χάρτης

Έχω ταυτότητα
κι ας μην ανήκω.
Στη βαρβαρότητα
το μύθο δεν ανοίγω.

Μια στο καρφί
και μια στο πέταλο
πότε νερό, πότε κρασί
και πότε μέταλλο.

Δεν προσμένω νά ‘ρθουν άλλες εποχές
ούτε να ζήσω κάποιες επόμενες ζωές,
δεν περιμένω ξεβράκωτες γιορτές,
κάθε στιγμή μου ζω σε πολιτείες ιδανικές.

(Την εξουσία απεχθάνομαι
κι όσους σ’ αυτήν προσδένονται
μα πιο πολύ φυλάγομαι
απ’ όσους την εμπιστεύονται.)

Είμαι εγώ, ο αστάθμητος παράγοντας
η ασυσχέτιστη άγνωστη μεταβλητή
διαταρακτικός όρος
ο ακατάληπτος άρρητος λόγος,
είμαι το σφάλμα στη στατιστική.

Δεν είμαι αφέντης ούτε σκλάβος.
Δεν είμαι ζώο, ούτε μηχανή.
Πιστεύω, σέβομαι κι ανάβω
τη φλόγα την ανθρώπινη, την ιερή.

Ανοίγω τον κύκλο και βγαίνω
έτσι ποτέ δε θα με πιάσετε,
σαν ήρωα δεν θα περιμένω
ή σα σκυλί να με θυσιάσετε.

Εξόρισα το φόβο, τον πόνο
το φθόνο πέταξα από τη σκεπή
κι έχω ένα πόθο τώρα μόνο
μία ελεύθερη, αληθινή ζωή.

Δεν πιάνομαι, δε βρίσκομαι
δε χάνομαι
Γιατί είμαι πάντα αλλού

αλλού

αλλού από κει που με ψάχνεις."
*Αλ. Δάρας

13.3.12

Active Member - "Εγώ Φταίω"

Εγώ Φταίω!




Ένα σημάδι απʼ τη φωτιά έχω στον ώμο χαραγμένο
έναν ήλιο μικρό με φλόγες τυλιγμένο
ένα κρυφό μονοπάτι που βγάζει στην ψυχή μου
σʼ ένα κρυμμένο αλήτη που σέρνω μαζί μου.
Έκανα αμάν για το βάλω νʼ αράξει
του έταξα τόσα που έχει ξεχάσει για να αλλάξει
του τα ʼπα αλλιώς μήπως και με γλιτώσει
ψέμα πολύ για όσα δεν πρόλαβε να νοιώσει.
Κι εσύ ήρθες τώρα να μου θυμίσεις ότι υπάρχει
ότι θα κάνει τα δικά του άμα λάχει
μα δε φαντάζεσαι ούτε και ξέρεις ρε τι κάνεις
και πάντα μετά τρέχεις και δε φτάνεις.
Άστο λοιπόν έχεις μαγκιά συνθετική
και δεν ταιριάζει να κυλήσεις κάπου εκεί
γιατί αν βρεθείτε τετ-α-τετ θα εκτεθείς
έχεις πει τόσα πολλά που θα θέλεις να χαθείς.
Κι άλλο μου λάθος όταν το στόμα άνοιγες τέντα
έπρεπε να στον γνωρίσω απʼ τη πρώτη σου κουβέντα
μα έτσι που πας θα την βρεις την ευκαιρία
όταν του κλείσεις ραντεβού θα κάνεις πάλι την κυρία.
Τα λόγια θα μασάς στο φάτσα κάρτα
κι αυτός θα σου μιλάει παντελονάτα
μα δε βαριέσαι τις μαλακίες πληρώνω και σας λέω
συγνώμη που υπάρχετε και οι δυο σας εγώ φταίω.

Εγώ φταίω που ο αέρας που αναπνέω βρωμάει φωτιά
εγώ φταίω στραγγίζω όσα λέω σε μια ματιά
εγώ φταίω που έμαθα να πετάω χωρίς φτερά
εγώ φταίω για πάρτη μου κρατάω μια ανάσα τη φορά.

Θα συνεχίζω να στραγγίζω όσα λέω σε μια ματιά
και να θέλω ότι αναπνέω να μυρίζει φωτιά
για να θυμάμαι ότι φταίω θʼαγγίζω το σημάδι
θα κερνάω την ζωή μου μια ανάσα στο σκοτάδι.
Κι αν βρω κουράγιο θα ξεκόψω απʼ τον αλήτη
θα τον βγάλω απʼ την ψυχή μου θα του φτιάξω άλλο σπίτι
στο μυαλό μου κι έτσι θα γουστάρουν όλοι
απʼ άλλο έναν καριόλη θα μοιράζονται οι ρόλοι.
Θα στείλω την μαγκιά μου διακοπές
και θα πείσω την καρδιά μου να χτυπάει όπως θες
να μου δανείσεις πρέπει λίγα λόγια μασημένα
πως να προδώσω να μου δείξεις ρε κι εμένα.
Πρέπει να μου πεις ότι δε φταίω μόνο εγώ
και πρέπει να με σώσεις απʼτις τύψεις μην πνιγώ
Για σκέψου αν δεν μπορέσω να ξεκόψω τελικά
να τρελαθώ παρέα του έτσι στα ξαφνικά
να μοιραστούμε την εκδίκηση γουλιά γουλιά
να θυμηθώ με τον αλήτη τα παλιά.
Να πάνε τσάμπα όλα ρε
κι ας είχα πει πως ποτέ
δε θα με δει η φωτιά τα όνειρά μου να καίω
και να φωνάζω πως για όλα εγώ φταίω.

Εγώ φταίω που ο αέρας που αναπνέω βρωμάει φωτιά
εγώ φταίω στραγγίζω όσα λέω σε μια ματιά
εγώ φταίω που έμαθα να πετάω χωρίς φτερά
εγώ φταίω για πάρτη μου κρατάω μια ανάσα τη φορά.

12.3.12

Συν είδηση




Ακόμη και τώρα που μου λένε πως επιτέλους έχω μεγαλώσει, δεν έχω καταφέρει μέχρι σήμερα, να κατανοήσω τα παιχνίδια των μεγάλων. Πράγμα περίεργο ομολογώ μα την ίδια στιγμή αν αυτό σημαίνει πως διατηρώ κάτι από την παιδική μου αθωότητα με αυτό τον τρόπο, τότε μπορώ να πω πως νιώθω ιδιαίτερα χαρούμενος για αυτό. Μου είναι τελείως ξένο το εγωϊκό περιβάλλον που στήνουν τα εκάστοτε κυριαρχικά αρσενικά προς τέρψη και ευρεία κατανάλωση της κοινωνικής τους περσόνας.
Ουδόλως με απασχολεί ο συγκεντρωτισμός χρημάτων ή το να αποδείξω για το θεαθήναι σε τρίτους το ποιος και τι είμαι μέσω αυτών.
Εξίσου, με αφήνουν παγερά αδιάφορο τα παίγνια της δύναμης και της εξουσίας. Θεωρώ μέγιστη αυταπάτη και πλήρη ψευδαίσθηση την εξουσιαστική και βίαιη επιβολή απόψεων, αξιών και στάση ζωής στον διπλανό μας με οποιοδήποτε τρόπο.
Ποτέ δεν χρησιμοποίησα θέσεις και ιεραρχίες για να εκμεταλλευτώ ή να μειώσω τον συνάνθρωπο μου. Με σκληρή δουλειά και πολλές φορές με κόστος στην προσωπική μου ζωή κατάφερα να μάθω όσα περισσότερα πράγματα μπορούσα ώστε να γίνω απλά καλύτερος στην εργασία μου.
Ουδέποτε υπήρξα ρουφιάνος, γλείφτης, καιροσκόπος ή καρεκλοκένταυρος ώστε να κρατήσω τη θεσούλα μου ή να αρπάξω μια προαγωγή. Κι ας έτυχε στην συνέχεια να χάσω ακόμη κι αυτή που με τόσο κόπο και ιδρώτα είχα κερδίσει.
Κι αυτό είναι το μοναδικό μου καμάρι και η κρυφή μου περηφάνια.

Σιχαίνομαι τέτοια άτομα και ποτέ δεν κατάπια το σάλιο μου όταν μου ζητήθηκε να εκφέρω γνώμη για τα καμώματα τους.
Αντιθέτως, όποτε μου ζητήθηκε βοήθεια, την προσέφερα χωρίς δεύτερη σκέψη και δίχως το παραμικρό ίχνος ωφελιμισμού.
Μια βαθύτερη φωνή ανέκαθεν έλεγε μέσα μου πως όλα ξεκινάν από εμάς και στο τέλος της μέρας ξαναγυρνάν σε μας.
Όμορφα ή άσχημα καμωμένα.
Καλά ή κακά πεπραγμένα.
Μα ακόμη και να μην ισχύει κάτι τέτοιο, κίνητρο για την όποια βοήθεια έδωσα κατά καιρούς αποτελούσε το ότι κοινός παρανομαστής είναι ο άνθρωπος και όχι η ανταπόδοση με έμμεσο ή άμεσο τρόπο.

Κάτι τέτοιο δεν αγοράζεται ούτε ξεπουλιέται διότι έχει να κάνει με την συνείδηση μου...κι αυτό είναι κάτι παραπάνω από είδηση για τον καθένα από εμάς.

"Η στιγμή της πραγματικής ησυχίας σου δεν είναι εκείνη, καθ’ ην κοιμάσαι συ, αλλ’ εκείνη, καθ’ ην κοιμάται η συνείδησίς σου."
Πολύβιος Δημητρακόπουλος, 1864-1922, Έλληνας θεατρικός συγγραφέας

...με απλά λόγια, ως τώρα, καταφέρνω και κοιμάμαι ήσυχος τις νύχτες.
Καλή σας νύχτα.

11.3.12

Άμμος - "Όλα δικά σου"





Νύσταξες άστρο μου φεγγάρι μου
στην αγκαλιά μου αποκοιμήσου
ξύπνησες ήλιε αποβροχάρη μου
πάρε το γέλιο μου και πλύσου

Όλα δικά σου μάτια μου
κι ο πόνος σου δικός μου
είδαν πολλά τα μάτια μου
στις γειτονιές του κόσμου

Δίψασες λεύκα μου κουράστηκες
ρίξε τις ρίζες σου σε μένα
ήρθε βοριάς και ξεμαλλιάστηκες
πάρ' την καρδούλα μου για χτένα

Όλα δικά σου μάτια μου
κι ο πόνος σου δικός μου
είδαν πολλά τα μάτια μου
στις γειτονιές του κόσμου

9.3.12

Οίκος ένοχης ανοχής




Πάντα σταματούσα στο χαλάκι της εξώπορτας και κοιτούσα με απορία εκείνο το πατάκι που συνέχεια με καλωσόριζε. Το χάζευα για μια στιγμή και έπειτα σκούπιζα τα πόδια μου με τέτοιο τρόπο που ήθελα να ακούω τον ήχο της τριβής πάνω στην επιφάνεια του να μου χαϊδεύει τα αυτιά. Όταν με γέμιζε ο ήχος ασφάλεια σταματούσα και χτυπούσα το κουδούνι που η εμφάνιση του, σε παρέπεμπε συνειρμικά σε κάτι από ρετρό εποχή. Ένα αγγελούδι δέσποζε στην πόρτα και όταν πατούσες το κουδούνι ο ήχος από καμπάνες σε έκανε για μια στιγμή να νιώσεις κάτι το αταίριαστα ευλαβικό μα και μαζί θεάρεστα αμαρτωλό συναίσθημα που έμοιαζε να σου δίνει τις ύστατες ευχές του για να ακολουθήσεις πιστά το ενάρετο μονοπάτι της ζωής, ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν εμένα.
Η πόρτα άνοιγε μετά από στιγμές αναμονής που έμοιαζαν με αιώνες και πάντα σε κείνο το σημείο ήταν που σκεφτόμουν για το αν θα έπρεπε να κάνω αναβολή και να σηκωθώ να πετάξω μακριά με τα πόδια στην πλάτη για φτερά. Μα η μυρωδιά πότε του σανταλόξυλου και πότε της λεβάντας ήταν αυτή που με τραβούσε από την μύτη και με κάθιζε στο εσωτερικό. Εκείνη την ημέρα, μου ήρθε στο μυαλό ένα συγκεκριμένο Αγιορίτικο θυμιατό που είχα γευτεί πριν πολλά χρόνια αλλά μου είχε μείνει αλησμόνητο. Άλλωστε, η μυρωδιά είναι αυτή που είναι πιο κοντά στην μνήμη από τις πέντε μας αισθήσεις.
Όχι, δεν βρισκόμουν σε εκκλησία. 
Όσο και να ακουστεί παράξενο, ανέκαθεν, οι οίκοι ανοχής είχαν τους δικούς τους πιστούς που αποδίδουν λατρείες, τιμές και λιτανείες προς χάριν της κοινής θεάς. Οι εθνικότητες, οι πολιτικές πεποιθήσεις, οι ποδοσφαιρικές ομάδες, οι υποκειμενικές μας φιλοσοφίες και οι κατά καιρούς αυτιστικές μας κοσμοθεωρίες μένουν εκτός πορνείου. Ακόμη και οι κοινωνικές τάξεις πολλές φορές είναι αδιάφορες. Όλοι βρίσκονται εκεί για να θυσιαστούν στον βωμό της Κοινής θεάς και να παραδώσουν τις στάχτες τους στον κλίβανο του αγοραίου έρωτα. 
Το πιο παλιό και συνάμα το πλέον ιερό επάγγελμα είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. 
Οι εταίρες της Αφροδίτης Πανδήμου, ήταν αυτές που θύμιζαν και ακόμη θυμίζουν στους άντρες πως μόνον η ερωτική δύναμη λειτουργεί ενοποιητικά ανάμεσα στους ανθρώπους και γιορτάζει την ζωή σε αντίθεση με τον θεό του πολέμου, Άρη, που διαβάλλει την όποια ενότητα και δοκιμάζει αυτοκαταστροφικά την ανδρική ρώμη προς χάριν του ίδιου του Θανάτου.
Μέχρι σήμερα, η χαρά της σάρκας και η στιγμιαία νίκη του ανδρός απέναντι στον Χάρο - Χρόνο αποτελούν το ευτελές μα κύριο ζητούμενο της σεξουαλικής επαφής. 

Όλες πληγώνουν, η τελευταία σκοτώνει.

Επιγραφή στα ρολόγια των καθεδρικών.
(Περί ωρών ο λόγος)

Όχι δεν βρισκόμουν σε εκκλησία. 
Περίμενα καρτερικά την έντονη στιγμή. Η αναμονή σημαδεύει τους τοίχους που είναι γεμάτοι από αφισοκολλημένα θηλυκά και μια αιωρούμενη ντισκομπάλα με καπελώνει κάνοντας με να δείχνω γιορτινός και πολύχρωμος. Ευτυχώς η φωτεινή σκιά μου αρνήθηκε να με ακολουθήσει ως τα μέσα, γύρισε αδιάφορα και μου είπε λίγο πριν περάσω το κατώφλι "πήγαινε εσύ κι εγώ θα σε περιμένω έξω", μπορεί να σφύριζε κι αδιάφορα μα δεν βάζω κιόλας το χέρι μου στην φωτιά. Μπορεί και να είναι αποκύημα της φαντασίας μου μα όπως και να έχει νιώθω πως ακόμη κάποιος σφυρίζει στα αυτιά μου. Μπορεί να είναι το τραγούδι της ξανθιάς Σειρήνας που περιμένει πίσω από αυτή την πόρτα. Παρφουμαρισμένη και γεμάτη ένοχες υποσχέσεις. 

Μέσα σε όλα αυτά, ακούω από το πέρα δωμάτιο το κρεβάτι να τρίζει αποκαμωμένο από το βάρος της καύλας και τον χορό των ανώνυμων κορμιών. Σε αυτό τον οίκο ανοχής υπάρχει μια γλυκιά νοσταλγία που με κάνει να τον επισκέπτομαι συχνά. Σκανάρω τους τοίχους ώστε να ξαναδιαβάσω εκείνα τα γνωμικά που αρέσει στον οικοδεσπότη να ταιριάζει με το μέρος. 
Περισυλλογή και γαμήσι με λίγα λόγια δηλαδή. 
Παίζω (το πουλί μου) και Μαθαίνω.
Τα καλύτερα μου...

"Όταν ένας άντρας πάει με μια πουτάνα, 
δεν την πληρώνει για το πήδημα, την πληρώνει για να φύγει.", συνεχίζω να διαβάζω αχόρταγα...
"Παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι.", ισχύει εντός εκτός και επί τα αυτά.
 "Γέρου χάιδεμα και νιου γαμήσι.", παρατήρησα πως οι γέροι πελάτες με το που διαβάζουν το συγκεκριμένο αφήνουν έναν αναστεναγμό σαν να αναπολούν παρελθοντικά περήφανα γαμήσια ενώ οι πιτσιρικάδες αποζητούν να μάθουν τα σωστό χάϊδεμα από την πουτάνα.
"Στο φαΐ και στο γαμήσι ο Θεός δεν κάμει κρίση.", για τους ενοχικούς θρησκευόμενους. 
"Για να γίνεις ηγούμενος, πρέπει να σε γαμήσει ο προηγούμενος.", χαρά Θεού για το παπαδαριό.
"Του κώλου τα εννιάμερα.", η χαρά του πρωκτολάγνου.
"Όποιος σε κλάσει χέσε τον, μη βγει καλύτερός σου.", το προτιμούν οι κοπρολάγνοι αλλά και οι ενίοτε "κλασμένοι"
"Ούτε εκκλησιά χωρίς καμπάνα, ούτε χωριό χωρίς πουτάνα.", η αναγκαιότητα της πουτανιάς βρίσκει την καλύτερη έκφραση της σε αυτή την φράση νομίζω. 
"Της γυναίκας ο καημός, λούσα, πούτσα και χορός.", αυτό αρέσει πάντα σε έναν γνωστό μου ολίγον τι μισογύνη αλλά κι εγώ όποτε το διαβάζω το βρίσκω διασκεδαστικό...θεωρώ πως είναι μακράν προτιμότερο από την σοβαροφάνεια που ελοχεύει η ανδρική συναναστροφή μεταξύ ανέραστων.
"Αν δεις καράβι στο βουνό, μουνί το ‘χει τραβήξει.", για τους πολυταξιδεμένους ναυτικούς.

Το παιχνίδι σταματά όταν η τριζάτη πόρτα δίνει το σύνθημα του τέλους για τον προηγούμενο και σημάνει πως ήρθε η ώρα του επόμενου αναβάτη. Οι περισσότεροι έχουν βρει την μαγκιά τους μέσα σε αυτά τα δωμάτια και αρκετοί την έχουν χάσει. Μπορείς να δεις τους πιτσιρικάδες να χασκογελούν και τους παρθένους να ξεροκαταπίνουν το άγχος τους. Όλα όμως συμβαίνουν με τρυφερότητα και υπομονή από την πλευρά της ιερόδουλης. 
Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο και η πουτάνα την τελευταία λέξη. 
Αυτή που θα με κάνει να λαχανιάσω και να πέσω γονυπετής στα πατώματα, οικτίροντας για έντεκα λεπτά πληρωμένης κα(υ)λοσύνης. Αμοιβαία αμοιβή από ξένα κορμιά που καίγονται για διαφορετικούς λόγους στο νεκροκρέβατο της ηδονής. Τα φώτα κρύβουν τα πρόσωπα κι αγκαλιάζουν τα κορμιά ντύνοντας τα με ερυθρά νυχτικά. Οι προστυχιές δεν είναι ντροπή και η ζωώδη κραυγή μας ξεπερνά την στέγη του κόκκινου σπιτιού. Γοργά ντύνομαι και το ίδιο βιαστικά θέλω να φύγω. 

Στο δρόμο προς την έξοδο, πάντοτε σηκώνω το βλέμμα προς μια τεράστια ταμπέλα που βρίσκεται πάνω από την κάσα της κεντρικής εισόδου και παίρνω μαζί μου το αγαπημένο μου γνωμικό πριν βγω στη λιακάδα και αφήσω τον ήλιο να με καθαρίσει για ακόμη μια φορά.

"Μαστίγωσέ με, δείρε με, χύσε σ’ όλο μου το κορμί, πες ότι μ’ αγαπάς.
Μετά άντε γαμήσου, σήκω και φύγε από ‘δώ."
Ανώνυμη

6.3.12

Hungry & Angry



Όλα ξεκινούν με μια φαινομενικά απλή ερώτηση ή για να το πω καλύτερα όλα μπορούν να τελειώσουν εύκολα και ανώδυνα όταν στις καθημερινές τετριμμένες ερωτήσεις δίνουμε τις αναμενόμενες και γενικά αποδεκτές από τους γύρω μας απαντήσεις. Είναι σαν εκείνες τις ερωτήσεις που σου κάνουν σε καθημερινή βάση οι γύρω σου και τελείως μηχανικά απαντάς δίχως δεύτερη σκέψη:
"Γεια σου, τι κάνεις;"
"Μια χαρά, εσύ;"
"Όλα καλά"

Τίποτα δεν πάει καλά, ορισμένοι πάλι νιώθουν μια χαρά και δυο τρομάρες και εσύ μπορεί μέσα σου να είσαι στην καλύτερη των περιπτώσεων ένα με το δάπεδο αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις έχουμε μάθει να απαντούμε με αυτοματισμούς ώστε να προσπαθούμε έτσι να ξορκίσουμε το όποιο κακό νομίζουμε πως πλανάται γύρω και μέσα μας. Επιπρόσθετα, γνωρίζουμε πως το 99% τέτοιων ερωτήσεων αφορά περισσότερο το πλαστό ενδιαφέρον του διπλανού μας παρά πραγματικό ενδιαφέρον. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, ίσως και ο άλλος να μας έλεγε απροκάλυπτα: 
"Είμαι σκατά σήμερα" 
"Κι εγώ νιώθω πραγματικά χάλια" 
"Άσε, δεν την παλεύω μία" 

Ακόμη και σαν επιστέγασμα των εκάστοτε πράξεων μας πολλά μπορούν να εξηγηθούν από το αν έχουμε φροντίσει πρωτίστως να απαντήσουμε θεμελιώδης ερωτήσεις και να βρούμε λύσεις σε ζητήματα καθημερινής φύσεως τα οποία αφορούν κυρίως τον αγώνα μας για επιβίωση αλλά και εν μέρη χαρακτηρίζουν την προσωπική μας αξιοπρέπεια και υπόσταση ως ανθρώπινα όντα. 

Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις που σε ανύποπτο χρόνο μπορεί κάποιος γνωστός ή άγνωστος να μας κάνει μια ερώτηση που αν κάτσουμε και την σκεφτούμε έστω για μια στιγμή, θα αναλογιστούμε τελείως διαφορετικά ορισμένα πράγματα που σίγουρα μέχρι πριν τα θεωρούσαμε αυτονόητα ή δεδομένα. 
Ένα τέτοιο χτύπημα κάτω από την ζώνη το δέχτηκα ένα βράδυ καθώς μιλούσα με έναν περίεργο τύπο μέσα σε ένα μπαρ της Αμοργού κι ενώ συζητούσαμε για όλα αυτά που συζητάνε οι άνθρωποι μεταξύ τους (βλ. μουσική, τέχνες, ξίδια και ταξίδια), εν μέσω του τρίτου ποτού μου απεύθυνε την εξής αφοπλιστική ερώτηση:
"Έχεις πεινάσει ποτέ στην ζωή σου;"

Η ερώτηση ήταν κάτι παραπάνω από ευθυτενής προς το πρόσωπο μου. Εκείνος με κοιτούσε ανάμεσα στα μάτια καθώς περίμενε για το αν θα καταφέρω να του επιστρέψω εκείνο το περίφημο direct που με έκανε να νιώθω παραπάνω από ζαλισμένος. Και σίγουρα δεν έφταιγε το αλκοόλ γι'αυτό. 
Στην αρχή πήγα να απαντήσω αυθόρμητα ένα ξερό, "Όχι, γιατί ρωτάς;", μα για μια στιγμή δαγκώθηκα κι έκατσα να το σκεφτώ ένα δευτερόλεπτο. 
Ξεροκατάπια και κοιτώντας το μισογεμάτο ποτήρι μου, είπα με σιγανή φωνή, "Ναι, υπήρξε στιγμή στην ζωή μου που δεν είχα να φάω". Την όποια αντίδραση εκ μέρους του, πρέπει να την πρόλαβε μια ενδόμυχη ντροπή που ξεπήδησε σαν άτακτο βατράχι από μέσα μου και πρόσθεσα σε μια απέλπιδα προσπάθεια να δικαιολογηθώ, "...ευτυχώς όμως δεν κράτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα"

Δεν κατάλαβα γιατί ένιωσα την ανάγκη να εξηγήσω περαιτέρω κάτι τέτοιο. Ίσως γιατί σκέφτηκα πως το να φτάσει κανείς να πεινάσει σε κάποια φάση, πως είναι κάτι που σε πάει ακόμη παρακάτω και από τον ίδιο τον πάτο του βαρελιού της ζωής. Κι αυτό το συναίσθημα είναι αλησμόνητο. Είναι κάτι που γράφει μέσα σου με τέτοιο επώδυνο τρόπο που ακόμη κι όταν προσπαθήσεις έστω για μια στιγμή να το ανακαλέσεις στην μνήμη σου είναι κάτι που επ' ουδενί δεν θα ήθελες να ξαναβιώσεις ως ότου πεθάνεις. Το μόνο που θες είναι να το ξεχάσεις διαπαντός και προπάντων να μην σου ξανατύχει...για την ακρίβεια, εύχεσαι να μην ξανατύχει σε κανέναν.
"Δεν είναι φοβερό το συναίσθημα που δημιουργεί η πείνα;", μου είπε χωρίς να δείχνει να τον απασχολεί ιδιαίτερα η βαθύτερη πληγή που έξυσε η κουβέντα που είχε ξεκινήσει.
"Είναι τρομαχτικό το συναίσθημα που δημιουργεί η πείνα", του είπα ορθά κοφτά και κείνος μου ανταπέδωσε ένα υποχθόνιο μειδίαμα που ήταν οφθαλμοφανές πως και κείνος πρέπει να είχε βιώσει κάποτε στο παρελθόν κάτι αντίστοιχο.
"Σου δημιουργεί μια πλήρη απόγνωση που σε κάνει ικανό για όλα. Ο πεινασμένος άνθρωπος είναι ότι πιο επικίνδυνο μπορείς να συναντήσεις διότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ανά πάσα στιγμή μπορεί να κάνει οτιδήποτε για να κερδίσει μια μπουκιά φαγητό. Ακόμη κι αν είναι ενάντια στις προσωπικές του αξίες και πιστεύω, είναι διατεθειμένος να σταυρώσει εσένα και τον εαυτό του ώστε να επιβιώσει. Να καταφέρει απλώς να βγει ζωντανός ακόμη μια μέρα", ήξερα πως με καταλάβαινε και συμφωνούσε μαζί μου. Η σιωπή του ήταν εξίσου συγκαταβατική με τα λεγόμενα μου και το βλέμμα του έμοιαζε με άγριου ζώου που είναι έτοιμο να σου ορμήσει. Άφησε μια αμήχανη παύση να κάτσει πάνω από τα κεφάλια μας σαν σύννεφο γεμάτο νερό και έπειτα έβρεξε το λαιμό του με μια γουλιά ουίσκι. 
"Δεν έχεις άδικο. Επίσης, είναι εξίσου τρομαχτικό το ότι ο πεινασμένος άνθρωπος μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης και πειθήνιο όργανο του χορτασμένου για 30 αργύρια. Άλλωστε, έχει αποδείξει η ιστορία πως όποια επανάσταση βασίστηκε στην πείνα, όχι μόνο έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης αλλά στερούταν και ιδεολογικού υπόβαθρου που θα την έκανε μια πραγματική ευκαιρία για αλλαγή προς το καλύτερο", φάνηκε να του αρέσει αυτή του η δήλωση καθώς έκανε αμέσως νεύμα στον μπάρμαν για ένα ακόμη γύρο.
"Εγώ πάντως, δεν μπορώ να πω πως κατάφερα καμιά επανάσταση ούτε όταν ήμουν πεινασμένος αλλά ούτε τώρα που είμαι χορτάτος. Εσύ;", του γύρισα πίσω την κουβέντα και περίμενα να μάθω κάτι παραπάνω από αυτόν. Μόλις είχα συνειδητοποιήσει πως δεν γνώριζα το παραμικρό για εκείνον ενώ αυτός ήδη είχε πληροφορηθεί κάτι πολύ προσωπικό μου. Πρέπει να κατάλαβε το βαθύτερο κίνητρο της ερώτησης μου και αφήνοντας ένα στραβό χαμόγελο να πάρει τον δρόμο του προς εμένα, είπε: "Από τότε που με θυμάμαι είμαι επαναστατημένος. Με το στομάχι μου, με το αφεντικό μου, με την συγκατάβαση μιας βολικής αγάπης και μιας σταθερής αγκαλιάς αλλά τολμώ να πω πως πολλές φορές αν και επαναστατημένος και σε πλήρη σύγκρουση, ελάχιστες φορές κατάφερα να βγω νικητής. Βλέπεις, τα βαθύτερα ένστικτα μας μπορεί να αποδειχθούν πέρα από πρωτόγονα, αλλά και ανίκητα. Και όποιος επαναστάτησε απέναντι στην φύση, δεν νομίζω ποτέ να βγήκε νικητής. Εκτός από τον Βούδα δεν νομίζεις;"
πήρα την χιουμοριστική του ασίστ και πρόσθεσα: "Ο Ιησούς έκανε και νεκραναστάσεις. Αυτό και αν ήταν επανάσταση απέναντι στους νόμους της Φύσης!" 
"Χαχαχα όντως, οι πεινασμένοι των σταύρωσαν και εκείνος τους τάισε με Αγάπη. Κάτι δεν μου κολλάει αλλά αυτό θα το συζητήσουμε μια άλλη φορά. Να πληρώσουμε και να πάμε να τσιμπήσουμε κάτι; Όλη αυτή η συζήτηση με έκανε να πεινάσω", με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση άφησε ένα μάτσο ευρώ στην μπάρα και είπε σαν να είχα ήδη αποδεχθεί την πρόσκληση του, "Λίγο πιο κάτω υπάρχει ένα υπέροχο μεζεδοπωλείο με σπιτική ψημένη ρακί. Σε συνδυασμό με την έναστρη βεράντα το μόνο που θα μας λείψει είναι η γυναικεία παρέα αλλά που ξέρεις μπορεί να γίνει κάποιο αποψινό θαύμα ώστε να βρεθεί κι αυτή"

Συμφώνησα μαζί του, φόρεσα ένα καλοκαιρινό μπουφανάκι και τον ακολούθησα σαν την ουρά του φιδιού που κατεβαίνει κάποιο κακοτράχαλο μονοπάτι. Όλη αυτή η συζήτηση μου είχε ανοίξει και μένα την όρεξη για φαγητό μα και για γυναικεία συντροφιά...

5.3.12

Στρυχνίνη στον ουρανίσκο



Μόλις χθες, τόλμησα να απλώσω το χέρι μου και να βρω τη διάθεση και την εσωτερική ηρεμία ώστε να διαβάσω εκείνο το βιβλίο που με περίμενε αμίλητο στο ράφι της βιβλιοθήκης μου για σχεδόν 4 ολόκληρα χρόνια. Το καλό με τα βιβλία είναι πως ενώ κουβαλούν ολόκληρους κόσμους στις σελίδες τους, καταφέρνουν να δείχνουν περίσσια υπομονή έως ότου να βρεθεί ο σωστός άνθρωπος που θα τα ανακαλύψει. Το ορθό χέρι που θα ξεφυλλίσει και θα ανακαλύψει τις απόκρυφες τοποθεσίες της φαντασίας που χαρτογραφούν με μυστικότητα. 
Δεν μετανιώνω. 
Έπρεπε να περιμένω να έρθει το πλήρωμα του χρόνου ώστε οι εμπειρίες να με πάνε εκεί που πριν δεν ήθελα να βρεθώ. Και μέσα μου υπήρχε εκείνη η εσωτερική παρόρμηση που μου φώναζε πως αυτή είναι η σωστή ώρα για κάτι τέτοιο. Ενώ για 4 συναπτά έτη αρνιόμουν πεισματικά να απλώσω το χέρι μου και να αρπάξω το πάλαι ποτέ προσωπικό μου δώρο, μέσα σε 2 ώρες ξεκοκάλισα με βουλιμία τις λέξεις και αφέθηκα στο ποτάμι των παραληρηματικών συναισθημάτων να με ξεβράσει στον ίδιο χωροχρόνο που είχα ταξιδέψει πριν από μερικούς μήνες. Στις ίδιες τοποθεσίες που λες και από κωμική σύμπτωση ταξίδευα για ακόμη μια φορά. 

Τελικά ο Έρωτας για όλους μας κάνει περίπου τις ίδιες ή πανομοιότυπες διαδρομές. Μπορεί να αλλάζουν οι λέξεις, μπορεί να διαφέρει ο ψυχισμός και οι εσωτερικές μας παρορμήσεις, κάποιες φορές οι ιερές υποσχέσεις και τα όνειρα της συντροφικότητας διαφέρουν, οι καταστάσεις διαφαινόμενων ναυαγίων στις ξέρες των ανεκπλήρωτων Θέλω μοιάζουν ολότελα διαφορετικές και οι περικοκλάδες ενός ατελέσφορου ρομάντζου μπορεί να στραβώνουν όχι μόνο το κλήμα της μεθυσμένης μας κρίσης αλλά και την αποπροσανατολισμένη μας νόηση. Μα το θαυμαστό του Έρωτα είναι πως ενώ προσπερνάμε την υποκειμενική μας μαρτυρία για τα αδικοχαμένα λόγια αγάπης και τα άνυδρα όνειρα Καλοκαιρινής νυκτός, εν τέλη η διαδρομή της καρδιάς πάνω κάτω είναι παρόμοια για όλους μας. Με απύθμενες πτώσεις μέσα στις χαράδρες ενός πρωτόγνωρου αβυσσαλέου Πάθους και φυσικά με τραγικές επιπτώσεις για όσους τύχει να επιζήσουν κατόπιν αυτού. Ευτυχώς το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης ενεργεί για τους περισσοτέρους εξ' ημών την κατάλληλη χρονική στιγμή και η μετέπειτα εσωτερική νεκρανάσταση που συντελείται για εμάς -χωρίς απαραίτητα την δική μας συγκατάθεση- είναι αυτή που μας θυμίζει πως μπορούμε να σηκώσουμε στις πλάτες μας τα ίδια και ακόμη ψηλότερα βουνά συναισθημάτων.  

"...εμπρός λοιπόν, για νέες ήττες, για νέες συντριβές!"* 

Με παρόμοια τόλμη, μα δίχως ίχνος ενδόμυχου μαζοχισμού, ξεπερνώ σήμερα την μακρόχρονη προσωπική μου άρνηση και ξαναγράφω έπειτα από -ούτε καν θυμάμαι- πόσο καιρό. Μικρή σημασία έχει, καθότι είναι αδιάφορο να υπολογίσω το χρόνο με το συνήθη τρόπο μέτρησης. Το καλό με την γραφή είναι πως έχει να κάνει με την καταγραφή των εντυπώσεων που άφησαν μέσα μας τα βιώματα και όχι με τα καθαυτά βιώματα. Οι αναμνήσεις παίζουν τον σαρδόνιο ρόλο τους στην ανάκληση και περιγραφή καταστάσεων ή βιωμάτων. Τελικά αυτό που θυμόμαστε είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά έγινε. Είναι σαν να υπερισχύει ένα προσωπικό πρωτόκολλο προσωπικής ασφαλείας ώστε να κρατήσουμε αυτό που χρειαζόμαστε να θυμόμαστε και όχι πραγματικά αυτό που συνέβη σε κάποια φάση της ζωής μας. Πιθανόν, να μην έχει ουδεμία σχέση με την τότε πραγματικότητα που μοιραζόμασταν με μια άλλη ψυχή μα όταν μπαίνουμε στην διαδικασία να ανακτήσουμε αυτές τις οικειοθελώς λησμονημένες εμπειρίες, καταφέρνουμε να δημιουργούμε μια εντελώς εναλλακτική version εντυπώσεων και γλυκόπικρων γεύσεων στον ουρανίσκο της ερωτικής γαστρονομίας. Προστατεύουμε με κάθε κόστος την προσωπική μας ηρεμία και καταφεύγουμε σε εξηγήσεις και ερμηνείες που βολεύουν την υποκειμενική μας αλήθεια θυσιάζοντας το γενόμενο στον βωμό του ζητούμενου. Και το ζητούμενο είναι να μπορούμε να συνεχίσουμε αρτιμελής συναισθηματικά ώστε να ξαναδώσουμε εξαρχής από το υστέρημα και όχι από το περίσσευμα μας. Τουλάχιστον, έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Πως, ανεξάρτητα από το αν μας ζητηθεί ή όχι, πάλι θα τα δώσουμε όλα κι ας μην πάρουμε τίποτα. Πως για ακόμη μια φορά θα σαλτάρουμε ευχαρίστως με αξιοσημείωτη αυταπάρνηση μέσα στην φωτιά του Έρωτα και οι στάχτες μας θα κοσμούν ως περήφανο λάφυρο το μνημείο των πεσόντων ηρώων της Αγάπης. 

Όλα αυτά που αναφέρω, ίσως και να αποπνέουν κάτι δακρύβρεχτο. Πιθανόν, και να παραπέμπουν σε ερωτευμένους σχιζοφρενείς ή σε ρομαντικούς αυτόχειρες losers που αρέσκονται να κοινωνούν εντός και εκτός διαδικτύου με φαρμακερό μαύρο μελάνι τις στείρες νύχτες τους. Μπορεί και να τους μοιάζω...κανένα πρόβλημα. Σου δίνω την άδεια να διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές και να προβείς σε όσες αυθαίρετες διαγνώσεις θες. 
Ωστόσο, πίστεψε με, δεν είναι αυτή η διάθεση μου. 
Αποσκοπώ στο να διασκεδάσω εγωιστικά τις εντυπώσεις που αφήνει το ναυάγιο του Έρωτα σε όλους εμάς που μας έλαχε να μπλεχτούμε στα δίχτυα ενός αλισβερισίου μεταξύ ατέρμονος πάθους και κανιβαλικής μανίας δίχως όρια. Όταν ο χρόνος σκεπάζει με το πέπλο της λήθης τη θύμηση, μου αρέσει να καταγράφω αληθοφανείς ψευτιές και να ζω την πραγματικότητα σε ένα φανταστικό πλαίσιο που έχει να κάνει με πεφωτισμένες αράδες κοινότυπης σοφίας σε συνδυασμό με ατελείωτα ευχολόγια ανεκπλήρωτων παλινδρομικών ερωτικών σκέρτσων. 

Αν θες, μπορώ να γίνω ακόμη πιο σκληρός και να εκμεταλλευτώ στο έπακρο την δίψα σου για δροσερή αγάπη. Να έκρυβα στον κόρφο μου ένα μαγικό παγουρίνο κι όταν θα σε παραπλανούσα στην Έρημο της κοινής μοναξιάς, να άδειαζα όλο το νερό στην καυτή άμμο αφήνοντας μας να πεθάνουμε αβοήθητοι και πλήρως αφυδατωμένοι από τα όνειρα ενός κοινού βίου. Το ξέρεις πολύ καλά πως κατά κάποιο τρόπο μου έλειψε να εκτοξεύω ξεδοντιάρες απειλές δείχνοντας κακός και ρηχός από αγάπη. Επίσης γνωρίζεις εξίσου καλά πως ακόμη έχω μέσα μου ξέχειλη οργή κατά πάντων με επίκεντρο τον ίδιο τον εαυτό μου. Εκείνο τον χαμερπή εαυτούλη που ζητιανεύει για λίγα ψίχουλα αγάπης και για έναν ξέχωρα ξεχωριστό Έρωτα. Αυτόν τον αβοήθητο εαυτούλη που έχω βαρεθεί να τον βλέπω στον καθρέφτη και μου γυρνά τα άντερα σε μια διαρκή δίνη υπαρξιακής αναρρόφησης. Καταπίνω ξανά και ξανά το ίδιο παραμύθι αλλά απουσιάζει ακόμη και ένας αξιοπρεπής δράκος ώστε να με φοβίσει συθέμελα. Δεν συναντώ ούτε καν μια πριγκίπισσα που θα άξιζε να πεθάνω για την αγάπη της. Ως τότε, θα επιλέγω να ζω και να περπατώ αμετανόητος στους δρόμους της φωτιάς...

Μου λείψατε όλοι... 
(πάλι ψέμματα λέω;)


* Γ. Αγγελάκας

17.12.11

Red Valley




Γράφω επειδή το ζήτησες.

Είναι κάτι που έχω σταματήσει να κάνω εδώ και καιρό, έχοντας ευνουχίσει αυτή την τόσο νοσταλγική, σχεδόν πάντα μοναχική, μα κυρίως ματαιόδοξη πεθυμιά για καταγραφή και απεικόνιση ιδεών. Αυτό που υπήρχε στα συρτάρια μου σαν ημερολόγιο καταστρώματος με μια διάθεση να μείνει κάτι πίσω ως αποδεικτικό στους υπολοίπους επιζήσαντες ώστε να ανακαλούν στο συλλογικό μνημονικό τους πως κάποτε επιχειρήθηκαν επικίνδυνα ταξίδια στα μεσοπέλαγα των λέξεων και πως υπήρξαν ναυάγια στις ξέρες της Διανόησης.

Μα όπως σου είπα γράφω γιατί μου το ζήτησες.

Διότι πέρα από τις δικούς μας σιωπηλούς μονολόγους, άριστο είναι να στήνουμε αυτί σε παράλληλες φωνές ανταπόκρισης στις δικές μας κραυγές για επικοινωνία. Οι ίδιες άναρθρες κραυγές είναι που άλλοτε φτάνουν στα αυτιά μας ως ψίθυροι νανουρίσματος και έστω για μια στιγμή μας κάνουν να πιστεύουμε πως το παραμυθάκι της αυτοεπιβεβαίωσης επιτυγχάνεται μέσω ενός εγωπαθούς αυνανισμού πάνω στο ματαιόπονο χαρτί ενός γραπτού απολογητικού μαρτυρίου.

Εν ολίγοις, τα τρίτα μάτια ξεδιψούν στην όαση του πηγαίου ή αρέσκονται να κλέβουν ανάσες στις δανεικές προσευχές μας για αποκάλυψη ιδεών, θέσπιση πραγματικών ερωτημάτων και προτάσεις με γνώμονα και κίνητρο το γενικό καλό; Αναπάντητο το ερώτημα αλλά εσύ συνεχίζεις να μου λες πως ο κόσμος διψά εκεί έξω. Μοιάζουν να έχουν στερέψει τα υπόγεια ρεύματα της ανθρωπότητας από αγάπη και η ξεραΐλα πλέον φαίνεται στα αποστεωμένα πρόσωπα της καθημερινής μας τρέλας. Περιφερόμενοι άνθρωποι, μπερδεμένα όντα που αναζητούν εν αγωνιωδώς να κρατηθούν από κάποιον ή κάτι. Να βρουν ένα εσωτερικό στήριγμα σε κάτι που θα τους κάνει να μην κουτσαίνουν στα μάτια των υπολοίπων. Και κάποιοι άλλοι όταν θεωρούν πως αυτό το κάτι το έχουν απαντήσει μεταμορφώνονται σε δρομείς ατέρμονων αποστάσεων ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.

Αυτή η δίψα δεν έχει τελειωμό. Κι όλοι εμείς περιμένουμε να ανοίξουν οι ουρανοί και να βρέξει. Κοιτάζουμε με ανησυχία τα μαζεμένα σύννεφα και ευχολογούμε για ένα κατακλυσμό δίχως προηγούμενο που θα μας κάνει να βουτήξουμε βαθιά μέχρι τη ρίζα της συνείδησης μας. Μα όσο περιμένουμε βοήθεια από ψηλά, ως οφείλουμε, προσπαθούμε να αγωνιζόμαστε ορθώνοντας στεντόρειο ανάστημα κάθε γαμημένη μέρα για ένα πιο γαλάζιο ουρανό ενώ τις νύχτες καλούμαστε να πληρώσουμε της άχαρης μέρας τα καμώματα αναιρώντας έτσι την υποκειμενική αλήθεια των πραγμάτων. Αυτή την αλήθεια που πολλές φορές την κάνουμε βολικό μαξιλάρι ενάντια στους πιο τρελούς μας εφιάλτες.

Πλέον, οι καιροί έχουν αλλάξει. Κι εσύ μου λες πως πρέπει να συνεχίσω να γράφω μπας και ξορκίσω το κακό των ημερών. Ο καθένας από εμάς καλείτε να πάρει θέση απέναντι στα πράγματα. Ακόμη και η αντί-θεση με την σειρά της διεκδικεί δικαίως την ξέχωρη θέση της απέναντι στα πεπραγμένα και στα λεγόμενα των ανθρώπων. Δεν υπάρχει λόγος να κοιτάζουμε το δάχτυλο που μας δείχνει το φεγγάρι. Δεν υπάρχει λόγος να κοιτάζουμε καν το άτομο που θέλει να μας το δείξει. Πρέπει να το ανακαλύψουμε μόνοι μας στον νυχτερινό ουρανό διότι αυτό υπάρχει και θα υπάρχει εκεί πάνω διαθέσιμο για όλα τα μάτια.

24.9.11

Φρειδερίκος Νίτσε: "Γιατί μισούν τους Έλληνες"



«Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.

Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του…
Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.

Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα».



*Φρειδερίκος Νίτσε, «Η Γέννηση της Τραγωδίας» (1872)- Κεφ.15

9.7.11

Fucking Job



''This fucking job is killing my libido"

16.6.11

Seppuku is the proper way to die



"The apple certainly exists, but to the core [soul] this existence as yet seems inadequate; if words cannot endorse it, then the only way to endorse it is with the eyes. Indeed, for the core the only sure mode of existence is to exist and to see at the same time. There is only one method of solving this contradiction. It is for a knife to be plunged deep into the apple so that it is split open and the core is exposed to the light-to the same light, that is, as the surface skin. Yet then the existence of the cut apple falls into fragments; the core of the apple sacrifices existence for the sake of seeing."[1]


1. Way of the Samurai pg. 32