11.9.06

Γίνε



Γίνε γίγαντας
ηττημένος από παιδικά χεράκια,
Ολόλαμπρος ήλιος
που σκιάζεται τα ταξιδιάρικα σύννεφα,
Το άσπλαχνο όπλο ενός μοιραίου αυτόχειρα,
ένα ευτυχισμένο θύμα που το εκμεταλλεύτηκε ο θύτης του.

Γίνε όλα αυτά που φοβάσαι να γίνεις,
Πράξε όσα εύχεσαι να πράξεις.

Τίποτα λιγότερο
απ’αυτό που σου αξίζει,
Τίποτα περισσότερο
απ’αυτό που σου ταιριάζει.

Πάρε μολύβι και χαρτί
Μουτζούρωσε τα κακώς κείμενα
μιας θυελλώδης μέρας
Ζωγράφισε με φωτεινά χρώματα
το όμορφο που σου χαρίζει η στιγμή,
και γίνε προσευχή σε έναν άγνωστο θεό.

Γίνε όλα αυτά που φοβάσαι να γίνεις,
Πράξε όσα εύχεσαι να πράξεις.

Τίποτα λιγότερο
απ’αυτό που σου αξίζει,
Τίποτα περισσότερο
απ’αυτό που σου ταιριάζει.

Γίνε όλα αυτά που δεν μπορείς να γίνεις…

9.9.06

Duality has One person


Μέσα από το δίκο μου πρίσμα θα προσπαθήσω να αναλύσω τον Λόγο στο Φυσικό αλλά και Μεταφυσικό Πεδίο μιας και οι λέξεις μαζί με τον προφορικό λόγο έχουν πολύ μεγαλύτερη δύναμη και σημασία από ότι νομίζουμε.
Αν θέλουμε να δούμε το τι πραγματικά εκφράζουν οι λέξεις και γιατί είναι τόσο σημαντικές στο να εκφράζονται οι άνθρωποι αλλά και για να καταλαβαίνονται μεταξύ τους μάλλον θα πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στους Μύθους και τις Παραδόσεις από όλους τους λαούς. Ένας συγκρητισμός σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να κάνει παρά μόνο καλό.

Το ανθρώπινο μυάλο έχει μάθει να πορεύεται και να εξηγεί-ταξινομεί τα πάντα γύρω του μέσα από την διπολικότητα. Έτσι υπάρχει κίνηση, δράση...μέσα από το όμορφο-άσχημο, καλό-κακό, μέρα-νύχτα, ενεργητικό-παθητικό, αρσενικό-θηλυκό κ.ο.κ.
Αυτό σαν αποτέλεσμα έχει την εξέλιξη και δημιουργία (όπως και καταστροφή επίσης). Αν θυμάστε η αρχαία μας μυθολογία αναφέρει πως στην αρχή υπήρχε το Χάος.
Αδράνεια-Παθητικότητα-Αταραξία-Ανυπαρξία δηλαδή. Και για να το πω καλύτερα δεν υπήρχαν ούτε καν αυτές οι έννοιες γιατί ως τότε δεν υπήρξε ο Καθρέφτης (που λέει και ο Subcomandante Marcos σε μια ιστορία του). Αυτή είναι η δουλειά του Καθρέφτη...να μας βάζει απέναντι από το Έσοπτρο μας. Τότε είναι που υπάρχει για πρώτη φορά το Δίπολο-Συμπληρωματικό. Αν δηλαδή υποθέσουμε πως 24 ώρες το 24ώρο είχαμε ήλιο και δεν είχαμε βιώσει ποτέ το σκοτάδι τότε δεν θα υπήρχε και η λέξη «Ημέρα» διότι δεν θα είχαμε τίποτα στο μυαλό μας για να την αντιστοιχήσουμε-συγκρίνουμε εφόσον θα ζούσαμε σε μια αμετάβλητη κάτασταση ύπαρξης. Όταν κοιτάζουμε τον ωκεανό, τον αντιμετωπίζουμε σαν μια ολότητα. Τι γίνεται όμως όταν διαχωρίζεται από αυτό το σύνολο η σταγόνα και γίνεται ατομικότητα θέλοντας να βιώσει τον εαυτό της ; Δεν είναι πια ωκεανός , είναι σταγόνα. Άρα, αν και μικρογραφία του ωκεανού με κοινή προέλευση το στοιχείο του νερού αποτελεί τώρα κάτι το μοναδικό και φυσικά ανεξάρτητο από αυτό που ήταν πριν.

Κατόπιν, εφόσον από την κατάσταση του Χάους (Παθητικότητας), άρχισε η διαδικάσια της εκδηλωμένης δημιουργίας και οράτης όψης του Θεού (όπως λέμε). Δηλαδή αυτό που μέχρι πριν υπήρχε από πάντα ως Παθητικό στοιχείο ξαφνικά κάτι έδωσε το σύνθημα-σπινθίρα της ενεργητικότητας (το λέει και η λέξη θέλοντας να περιγράψει την Ένεργεια). Το κάθε τι ονοματίστηκε. Όλα τα πράγματα έχουν ένα όνομα. Και σε αυτό παίζουν ρόλο οι λέξεις. Οι λέξεις οι οποίες σαν σημείο έκφρασης χρησιμοποιούν ως όχημα τον Λόγο (προφορικό η γραπτό). Επίσης γεγονός είναι πως ο προφορικός Λόγος είναι πολύ πιο σημαντικός από τον γραπτό. Και αυτό συμβαίνει διότι το να μιλάμε δηλώνει ενεργητικότητα ενώ το γράψιμο εμπεριέχει την παθητικότητα. Οι λέξεις ταυτοχρόνως έχουν και μαθηματική μετάφραση (βλ. Πυθαγόρας) δηλ. η κάθε λέξη είναι και ένας αριθμός άρα αυτό που λέμε δημιουργεί δράση και αντίδραση σε ένα ζωντανό και δονούμενο Σύμπαν.

Οι μεγάλοι μύστες το γνώριζαν αυτό. Όπως επίσης ήξεραν και πως υπάρχουν οι λέξεις Δύναμης. Παρατηρώντας την ζωή ορισμένων θα δείτε πως δεν μπήκαν καν στον κόπο να γράψουν για να διαδώσουν την Διδασκαλία τους στις μάζες. Ο Ιησούς δεν έγραψε τίποτα απολύτως. «Εν Αρχή είναι ο Λόγος», αναφέρει η Βίβλος και ο Ιησούς ήξερε πως ο τρόπος για να γητέψεις τις μάζες είναι να τους μιλήσεις και όχι να τους βάλεις να διαβάσουν. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για την Διδασκαλία του Θείου Λόγου. Το διάβασμα είναι καθαρά προσωπική υπόθεση όταν η σωστή χρήση του Λόγου μπορεί να μαγέψει τις μάζες, να τις υπνωτίσει ή να τις αφυπνίσει. Αναλόγως πως χρησιμοποιείται. Το ίδιο έκανε και ο Σωκράτης. Το ίδιο έκανε και ο Χίτλερ. Για αυτό και υπάρχει και η λαϊκή φράση «κατάφερες να μιλήσεις στην καρδιά μου».

Ο Λόγος και οι λέξεις κατεπέκτασην, μιλάνε στο συναισθηματικό μας κομμάτι και στο υποσυνείδητο μας γι’αυτό και έχουν τόσο μεγάλη δύναμη. Επίσης αυτό το «η γλώσσα κοκκάλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει» υποδηλώνει το πως κάτι που δεν είναι υλικό μα παρόλα αυτά έχει την δύναμη να παράγει δράση.
Οι πολιτικοί κάνουν το ίδιο στις τεράστιες συγκεντρώσεις τους έχοντας προσλάβει ειδικό team ανθρώπων για να συντάξει το κείμενο που θα ακούσει ο λαός και θα τον υποβάλλουν.
Το σχολικό μάθημα αν και συνοδεύεται από βιβλία οι δάσκαλοι μέσα στην τάξη χρησιμοποιούν το λόγο για να μας περάσουν το νόημα των διδασκαλιών τους και έπειτα αφήνουν το καθένα μόνο του στο σπίτι να το «χωνέψει» καλύτερα μέσα του.
Ακόμα και ένας συγγραφέας αναγκάζεται να κάνει παρουσίαση του βιβλίου του μιλώντας για αυτό ώστε να δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για την ανάγνωση του.
Η Δύναμη του Λόγου επίσης φαίνεται και στις λαϊκές μας παραδόσεις όπου η κατάρα επιβεβαιώνεται και εκπληρώνεται μέσα από το προφορικό κομμάτι και όχι το γραπτό.
Μην ξεχνάμε πως το πιο ατιμωτικό πράγμα για έναν άνθρωπο είναι το να μην «κρατά το λόγο του».
Στον αποκρυφισμό επίσης,ο μάγος χρησιμοποιεί λέξεις δύναμης για να επικαλέστει πνευματικές δυνάμεις που θα υπακούσουν στην ενεργειακή φόρμουλα που αυτός φτιάχνει και στο Καμπαλιστικό σύστημα η μυστική & μαθηματική λέξη του Θεού είναι απαγορευμένη στον αμύητο. Γενικότερα οι λέξεις και ο Λόγος έχουν σαν πεδίο δράσης ότι είναι στο εκδηλωμένο σύμπαν. Ενώ η Παύση (παθητικότητα) αφορά περισσότερο το Ανεκδήλωτο και είναι αυτή που κάνει το Λόγο ακόμα πιο δυνατό. Οι λέξεις χρειάζονται την Σιωπή όπως οι μουσικές νότες χρειάζονται τις αρμονικές Παύσεις για να φτιάξουν ένα μουσικό κομμάτι.

Το θέμα είναι πολύ μεγάλο και χρειάζεται τεράστια ανάλυση και σίγουρα ένα blog δεν είναι το κατάλληλο μέσο ώστε να διαπραγματευτείς κάτι τέτοιο. Είμαι σίγουρος πως αν όλα αυτά τα ξεδίπλωνα προφορικά θα είχαν μεγαλύτερη απήχηση μέσα σας από ότι γραπτώς. Ωστόσο, ελπίζω να μπόρεσα έστω και λίγο να μεταδώσω μέσα από το δικό μου οπτικό πρίσμα την σχέση μου με τις λέξεις και τον Λόγο.

8.9.06

Όνειρο...




Τον καιρό που ήταν στο κολέγιο υπήρξε και μέλος της Αδελφότητας "eXodus". Μια αδελφότητα που λειτουργούσε στα πλαίσια του κολεγίου μα παρόλα αυτά υπήρχε ως αυτούσια και αυτόνομη μονάδα. Είχε τους δικούς της κανόνες και ιεράρχια. Μια κλειστή κοινότητα δηλαδή που απαρτιζόταν από τους καλύτερους και πιο πειθαρχημένους μαθητές του κολεγίου. Η "eXodus", ήταν η αφρόκρεμα των κολεγιακών κλειστών club και μάλιστα θεωρήτω και πολύ δύσκολο για κάποιον να εισέλθει σε αυτήν αν δεν τηρούσε ορισμένα πρόσοντα και φυσικά αν δεν είχε τις απαραίτητες συστάσεις.
Ο Σάββας βρίσκοταν στην Αμερική ως πρωτοετής φοιτήτης έπειτα από πίεση των δικών του. Πίστευαν πως οι σπουδές σε ένα Αμερικάνικο Κολέγιο θα ήταν ότι καλύτερο για το επαγγελματικό του μέλλον και τον είχαν στείλει στην Βοστώνη. Από τον πρώτο χρόνο διέπρεψε σε όλους τους τομείς και ο διευθυντής της Σχολής, δεν άργησε να τον προτείνει ως υποψήφιο "eXodus". Παραδόξως, ο Σάββας δεν ενθουσιάστηκε καθόλου με την όλη ιδέα αλλά από την άλλη δεν μπορούσε να αρνηθεί κιόλας.

Μετά από ένα μήνα τον κάλεσαν στο Red Lodge για να γίνει η τελετή μύησης. Η συγκεκριμένη Στοά ήταν το κέντρο της αδελφότητας και εκεί γίνονταν όλες οι εκδηλώσεις και τα μαθήματα της "eXodus". Στη συγκεκριμένη αδελφότητα δεν επιτρέπονταν οι γυναίκες. Βέβαια υπήρχαν κάποια άλλα παρακλάδια, τα οποία απαρτίζονταν μόνον από γυναίκες οι οποίες διδάσκονταν διαφορετικά πράγματα σε σχέση με τους άντρες συναδέλφους τους. Αυτό γινόταν διότι οι δασκάλοι τους έλεγαν πως διαφορετική αποστολή έχουν να εκπληρώσουν οι γυναίκες στην κοινωνία από τους άντρες. Ο Σάββας φορώντας μια λευκή ρόμπα πέρασε την κεντρική είσοδο με την συνοδεία του διευθυντή του. Σε αυτό το μέρος όμως απαγορευόταν στο Σάββα να τον αποκαλεί διευθυντή. Από εδώ και πέρα για αυτόν θα ήταν ο "Αρχιμάγιστρος". Γύρω στα πενήντα άτομα τον περίμεναν συγκεντρωμένα σε κυκλική διάταξη στην τεράστια σάλα φορώντας όλοι τους κόκκινες ρόμπες και περίεργες μάσκες. Αργότερα έμαθε πως ο καθένας εκεί μέσα φορούσε σαν περσόνα-τοτέμ το ζώο που καλύτερα σκιαγραφούσε σαν ιδιότητα και χαρακτήρα τον ίδιο τον μαθητευόμενο. Αυτό αποτελούσε επιλογή του Αρχιμάγιστρου και όχι του μαθητευόμενου. Στο κέντρο του κύκλου είχε τοποθετηθεί μια τεράστια κολυμπήθρα η οποία ήταν γεμάτη με κόκκινο κρασί. Όταν έφτασε στο κέντρο του κύκλου, άρχισε ένας ψίθυρος που γινόταν εντονότερος σε κάθε τόνο της φωνής και φτάνοντας στην κορύφωση του ακούστηκε σαν βροντερή οχλοβοή "DEMON EST DEUS INVERSUS"...περιττό να πούμε πως το αίμα του Σάββα πάγωσε στο άκουσμα αυτής της κραυγής που έμοιαζε σαν ουρλιαχτό λύκου την πανσέληνο! Κατόπιν, ένα άτομο που φορούσε τη μάσκα ενός Αρουραίου ξεχώρισε μέσα από το παρευρισκόμενο πλήθος και τον πήρε από το χέρι. Κάτι σαν εκκλησιαστική μουσική άρχισε να ακούγεται και ο Αρουραίος πήρε μια μάσκα που απεικόνιζε το κεφάλι ενός Μονόκερου και την φόρεσε στο Σάββα. Με απαλές κινήσεις τον τράβηξε προς την κολυμπήθρα και τον έβαλε μέσα. Η άσπρη ρόμπα έγινε κατακόκκινη και αυτό θαρρείς πως ήταν το συμβόλαιο αίματος που έκανε με την αδελφότητα. Βγαίνοντας, δύο άλλα άτομα του έδωσαν μια κόκκινη ρόμπα να φορέσει και όλη η αίθουσα βυθίστηκε ξαφνικά στο σκοτάδι...

Στην συνέχεια έγιναν και άλλα πράγματα που δεν μπορούν να αποκαλυφθούν μα το θέμα είναι πως έκτοτε ο Σάββας έγινε ενεργό μέλος της αδελφότητας. Κάτι που όσο περνούσε ο καιρός δεν του άρεσε καθόλου. Οι νόμοι, οι κανονισμοί και η όλη μυστικότητα που όριζαν αυτή την κλειστή κοινωνία τον είχαν κάνει να κουβαλά πάντα και παντού μια θλίψη μέσα του. Κάτι έπρεπε να κάνει. Είχε σιχαθεί το κολέγιο, την Αμερική και εδικότερα την αδελφότητα. Δεν ήθελε να απογοητεύσει τους δικούς του μα επειδή δεν ήξεραν σε τι ακριβώς ο γιός τους ήταν μπλεγμένος, εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο να αποχωρήσει μα στην συνέχεια κατάλαβε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο της αδελφότητας η λέξη "αποχώρηση" (την χρησιμοποιούσαν παρά μόνο όταν ήθελαν να περιγράψουν το θάνατο) και ο μόνος τρόπος για να φύγει ήταν να τον διώξει ο Αρχιμάγιστρος αλλά και αυτό πάλι θα έπρεπε να οργανωθεί με έξυπνο τρόπο από τον ίδιο.

Η ευκαιρία του δώθηκε στην μεγαλύτερη γιορτή της αδελφότητας που θα γινόταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μέλη της από όλη την Αμερική είχαν συγκεντρωθεί στο Red Lodge για να γιορτάσουν και να ακούσουν την ενωτική ομιλία του Αρχιμάγιστρου. Ένας μεγάλος θρόνος είχε στηθεί σε μια υπερυψωμένη εξέδρα της αίθουσας και περίμενε τον ομιλητή. Ένας από τους παρεβρισκομένους με τη μάσκα ενός Πάνθηρα χτύπησε ένα γκονγκ που είχε στηθεί στην γωνία του χώρου και αυτό ήταν το σύνθημα για να μαζευτούν όλοι και να περιμένουν τον Αρχιμάγιστρο να βγεί να μιλήσει. Πράγματι, ο Αρχιμάγιστρος έχοντας για κεφάλι ένα Τράγο βγήκε στο κοινό και με μιας απλώθηκε σιωπή στην αίθουσα. Ο τόνος της φωνής του ήταν μπάσος και επίσημος...
"Ευχαριστούμε τα αδέλφια μας που ήρθαν από κάθε γωνιά και κολέγιο της Αμερικής", σε αυτή του την πρόταση το ακροατήριο απάντησε με ένα κοινό ήχο που έμοιαζε με μουγκρητό επιβεβαίωσης.
"Κάναμε υπομονή πολλά χρόνια. Εκδιωχθήκαμε από τους πάντες και προπάντων από αυτούς που εμείς φέραμε στην Εξουσία. Μα τώρα ήρθε η ώρα για εμάς, η Ώρα για την "eXodus", αυτό το τελευταίο ακούστηκε σαν απειλή και γύρω στα 500 άτομα κραύγαζαν σαν μανιασμένα Incubus & Succubus και ο μέντορας τους συνέχισε με επιβλητική φωνή.
"Δεν ξεχνούμε. Δεν συγχωρούμε και προπάντων δεν θα επιτρέψουμε σε κανένα...", μια αναπάντεχη αναμπουμπούλα που θύμιζε μελίσσι το οποίο δέχθηκε επίθεση από κάποιον εισβολέα διέκοψε τον ομιλητή.

Το πλήθος άνοιξε στη μέση σαν να έσπασε κάποιο κλαδί δέντρου και τότε εμφανίστηκε περπατώντας ατάραχος μέσα από το πλήθος ο Σάββας. Χωρίς μάσκα, ολόγυμνος διέσχισε την ομήγυρη που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από ένα φοβισμένο κοπάδι από ψάρια και έφτασε ακριβώς κάτω από την έδρα του Αρχιμάγιστρου. Τα πάντα πάγωσαν...
Στιγμές που έμοιαζαν με αιώνες απλώθηκαν σαν σεντόνι στην αίθουσα και η σιωπή περίμενε την πρώτη λέξη για να εκραγεί.
"Τι σημαίνει όλο αυτό;", ο Τράγος καθώς κάρφωνε με τα μάτια του τον Σάββα έσκυψε ακόμη χαμηλότερα το κεφάλι προς το μέρος του και πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη συνέχισε με μια φωνή που θύμιζε κεραυνό εν αιθρία.
"Τι θες να μας δείξεις; Γιατί είσαι γυμνός;!"

Σιωπή
Κενό
Μηδέν

Ο Σάββας πήρε βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε να μιλήσει ελπίζοντας να μην του σωθεί ο αέρας πριν προλάβει να τελείωσει την φράση του...
"Γιατί ΕΓΩ δεν έχω να κρύψω τίποτα...ΕΣΥ τι έχεις να κρύψεις και είσαι μασκαρεμένος αλήθεια;"

Η γιορτή τελείωσε άδοξα για όλους. Μετά από αυτό το ρεζιλίκι ο Σάββας εκδιώχθηκε από την αδελφότητα. Αφού περάσαν μερικοί μήνες με το πρόσχημα ότι δεν τα πήγε καλά και στις εξετάσεις κόπηκε και από το κολέγιο. Επέστρεψε στην Ελλάδα πριν την ώρα του και χωρίς φυσικά να έχει αποφοιτήσει. Οι γόνεις του ήταν απαρηγόρητοι μα εκείνος ήξερε πως δεν έχει τίποτα να κρύψει...

7.9.06

Ανάσα



Δεν έχω χρόνο για εσάς.
Ούτε μου περισσεύει ενέργεια για την βλακεία που έχει πάρει μορφή επιδημίας.
Δεν έχω όρεξη να μιλήσω, να μοιραστώ και να αφουγκραστώ γελοιότητες.
Ότι ήταν να πείτε το είπατε...ώρα για σας να επιστρέψετε στις τρύπες σας.
Δεν χρειάζομαι ψεύτικα χαμόγελα, κοινωνικές ξεπατικοσούρες ούτε κούφια λόγια να μου γεμίζουν τα αυτιά.
Ήμουν λιμάνι για να αράζουν οι καήμοι σας.
Υπήρξα φιλόξενο δέντρο να ξαπόστασετε κάτω από την σκιά μου.
Έγινα ομπρέλα που σας φυλούσε από τις αστραπές της ζωής.
Μεταμμορφώθηκα σε ρυάκι για να σας δροσίσω από τις άσκοπες περιπλάνησεις.
Για κρεβάτι, έστρωσα το κορμί μου, να ξεκουράσετε το σώμα σας από τις κακουχίες.
Μοιράστικα το άρωμα μου μαζί σας και αποκτήσατε μυρωδιά.

Φτάνει πια...
Αρκετό χρόνο έχασα.
Αρκετά λοξοδρόμησα για χάρη σας.
Δεν σας αξίζει να ζείτε τις ζωές σας μέσα από την δική μου ζωή.
Δεν αξίζω να χαραμίζω την ζωή μου μαζί με τις δικές σας.

Ανάσανα...

6.9.06

04/09/06



Στην εταιρία πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν να έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Ένας θάνατος από φυσικά ή αιφνίδια αίτια θα ήταν ίσως ότι έπρεπε για την περίπτωση τους. Την άλλη μέρα ευθύς αμέσως ο καθένας για την πάρτη του θα είχε πάρει και μια προαγωγή. Έτσι τουλάχιστον πίστευε η πλειοψηφία του γραφείου του. Δεν ήταν και λίγο πράγμα αν σκεφτεί κανείς πως ενώ είχε φτάσει 64 ετών, είχε καταφέρει όσα οι άλλοι συνάδελφοι του δεν επρόκειτο να γευτούν ούτε μέχρι το τέλος της ζωής τους. Για την ακρίβεια, το μόνο που είχαν να επιδείξουν στον ίδιο και στους γύρω τους ήταν η ίδια θέση τουλάχιστον για 7 με 8 χρόνια, ορισμένοι εξ αυτών, άντε να είχαν σπείρει στο μεταξύ και κάνα διό κουτσούβελα προς τιμήν της συνέχειας του ανθρώπινου είδους αλλά και της επίκτητης οικογενειακής τους υπόληψης .
Αυτός όμως δεν είχε φτάσει εκεί που είχε φτάσει για να κομπάζει ή για να διατυμπανίζει πως με πρωτόγνωρο υπερβάλλων ζήλο και αυταπάρνηση είχε ως μοναδικό του στόχο να γίνει ο ηγέτης και ο εμπνευστής της εταιρίας. Αυτό ήταν το «πιστεύω» των τρίτων για το πρόσωπο του αλλά κάτι τέτοιο δεν θεωρούσε ο ίδιος για τον εαυτό του.

Μάλλον η προσωπική αλήθεια που είχε υιοθετήσει ο ίδιος για τον εαυτό του ήταν πως έπειτα από εκείνο το τραγικό τροχαίο που κόστισε τον ακαριαίο θάνατο της γυναίκας και των παιδιών του, εκείνη την αποφράδα ημέρα πριν από περίπου 20 χρόνια στην Εθνική Οδό. Έκτοτε, όλος ο ψυχικός του κόσμος αντέδρασε αντανακλαστικά και αντιδραστικά σε όλο το κακό που τον βρήκε με το να μεταμορφωθεί μέσα σε μια δεκαετία ως τον πλέον εργατικό, παραγωγικό και αντικοινωνικό άνθρωπο της εταιρίας. Μετά από αυτό το συμβάν εύκολα θα μπορούσε κανείς να πει πως είχε γίνει εργασιομανής καθαρά για ψυχοθεραπευτικούς λόγους. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο πέραν της δουλειάς του. Ποτέ ξανά δεν γύρισε να κοιτάξει άλλη γυναίκα στα μάτια. Όσο μεγαλύτερα τα κέρδη της εταιρίας τόσο μεγαλύτερη η ατομική του χασούρα σαν άνθρωπος…
Φυσικά, η ολική άρνηση της προσωπικής του ζωής ήταν ένα συν για την επιχείρηση εφόσον όλη του η ζωτική ενέργεια και ενδιαφέρον είχαν κοινό παρανομαστή την πρόοδο αλλά και την αύξηση των κερδών της επιχείρησης.

Μόνο αυτό τον ένοιαζε εφόσον τον εαυτό του τον είχε κλειδώσει οριστικά και αμετάκλητα στο χρονοντούλαπο της συμφοράς που τον είχε ανταμώσει προ μια εικοσαετίας.
Η προσωπική του ζωή εύκολα θύμιζε το γκρέμισμα των ετοιμόρροπων παλαιών κτιρίων στο κέντρο της Αθήνας ή τον ανιπεβεβαίωτο μύθο της «Ευτυχίας του Εργένη» που είχε χτίσει για τους γύρω του.
Πολύ περισσότερο σήμερα που το ημερολόγιο είχε σημάνει 04/09/06.
Τούτη τη μέρα που όλοι οι συνάδελφοι του θα είχαν φορέσει τις μάσκες της καλοσύνης και θα τον περίμεναν σαν πεινασμένα τσακάλια στο γραφείο για να του ευχηθούν «από καρδιάς» τα καλύτερα και πλέον μεγαλόψυχα λόγια που μπορείς να πεις σε άνθρωπο.
Σήμερα.
Δευτέρα.
Ημέρα των γενεθλίων του.

Ζόρισε τον απρόθυμο εαυτό του να σηκωθεί από το κρεβάτι για να πάει στη δουλειά. Ήταν μια γαμημένη μέρα για τον ίδιο. Εγκατέλειψε με νωχελικές κινήσεις το κρεβάτι του και σαν πληγωμένο φίδι σύρθηκε ως την τουαλέτα για να νίψει το πρόσωπο του. Το αγουροξυπνημένο του ύφος τον κάρφωνε κατάματα και όσο περισσότερο τον κοίταζε τόσο περισσότερο οι μνήμες έστηναν άγριο χορό μες το κρανίο του. Έβαλε το κεφάλι του κάτω από την βρύση μπας και πνίξει τις σκέψεις με το κρύο νερό. Βγήκε από το μπάνιο και άρχισε να ντύνεται σαν θανατοποινίτης που λίγο πριν από την δημόσια εκτέλεση ντύνεται γαμπρός στον μοιραίο του γάμο με τον επικείμενο θάνατο. Κάλλιστα θα μπορούσες να τον παρομοιάσεις με υποψήφιο απαγχονισμένο ο οποίος δείχνει να αναλογίζεται την ύστατη στιγμή όλα εκείνα τα Πάθη και τα ανεκπλήρωτα όνειρα της Ζωής του καθώς έδενε τη γραβάτα στο λαιμό του σαν να ήταν τριχιά αιμοσταγή Δήμιου.

Πήρε τα κλειδιά από το τραπεζάκι του καθιστικού και κατέβηκε στο υπόγειο γκαράζ. Εκεί τον περίμενε καρτερικά μια εκλεπτυσμένη σε εμφάνιση και ταυτόχρονα προικισμένη με λεπτές γραμμές, πολυτελής Jaguar. Το αυτοκίνητο πάντα του θύμιζε την οικιοθελή δουλεία του. Έβαλε μπροστά και άφησε για λίγο τον κινητήρα να γουργουρίζει χαμηλόφωνα ανάμεσα στα πόδια του. Υπολόγισε πως σε μισή ώρα θα είναι στο γραφείο, το οποίο σαφώς και θα φέρνει σήμερα σε σύναξη και γιορτή παλιάτσων.

Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ, προσπαθούσε όλη εκείνη την ώρα να πείσει τον εαυτό του πως όλα είναι μια γελοία φάρσα. Φτάνοντας έξω από το γραφείο ένα τσούρμο γλοιώδεις φάτσες που ούτε θα ήθελες να τους έχεις καν γείτονες, έτρεξαν προς το μέρος του με κάτι τεράστια παραμορφωμένα χαμόγελα να φιγουράρουν καλουπωμένα πάνω στο πρόσωπο τους. Για την ακρίβεια, θα μπορούσες εύκολα να τους περάσεις για κλώνους του Joker. Καθότι εκείνος όμως γνώριζε ότι δεν ήταν στα σίγουρα ο Batman, στιγμιαία συνειδητοποίησε ότι όλοι αυτοί οι φλεγματικοί τύποι πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από τους ίδιους τους συνεργάτες του.
-«Χρόνια Πολλά»
-«Να τα εκατοστίσετε, και ότι καλύτερο σας εύχομαι»
-«Ότι ποθείτε στην αγκαλιά σας να το βρείτε»
-«Άντε και γαμπρό να σε δούμε γεράκο!»


Κλείνοντας την πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα με την πλάτη του να στηρίζεται στον τοίχο του γραφείου μπας και μπορέσει να ξεφύγει από την τεράστια αναγούλα που του είχε φτάσει από το στομάχι στο λαιμό. Πριν καθίσει, εξέτασε προσεχτικά το ενδεχόμενο να κλείσει το κινητό του ωσότου να έρθει η ώρα που θα φύγει ξαλαφρωμένος για το σπίτι μετά το πέρας αυτού του κακόγουστου πάρτυ.
Αυτό και έκανε.
Δεν ήθελε ειδικά τέτοια μέρα να τον ενοχλούν τηλεφωνώντας του για τα «χρόνια πολλά» και να του γλύφουν τα αυτιά οι κάθε λογής ρουφιάνοι και κόλακες που είχε συναναστραφεί κατά καιρούς.

Οι ώρες περάσανε λαθραία για πρώτη φορά από τότε που είχε δουλέψει μέσα σε αυτή την εταιρία κολοσσό της εγχώριας αγοράς και μια από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρίες του κόσμου.
Οι συνεργάτες και συνάδελφοι είχαν διοργανώσει ένα αποχαιρετιστήριο πάρτυ προς τιμήν του όχι μόνο για τα γενέθλια του αλλά γιατί σήμερα σήμαινε και το τέλος εποχής για αυτόν μέσα στους κόλπους της επιχείρησης καθώς την επόμενη ημέρα έβγαινε στην σύνταξη.
Ειδικότερα, η 4η Σεπτεμβρίου του 1965, δεν ήταν μόνον η μέρα των γενεθλίων του αλλά και η πρώτη μέρα που έπιασε δουλειά σε αυτή την επιχείρηση. Πριν 41 χρόνια ακριβώς δηλαδή.
Τότε, το είχε θεωρήσει καλό οιωνό το ότι τα γενέθλια του είχαν συμπέσει την ίδια ημέρα με την πρόσληψη του στην εταιρία.
Να που τώρα όμως η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε να συμπέσουν τα γενέθλια του και με την αποχώρηση του από την επιχείρηση που ανδρώθηκε.
Μερικές φορές η Ζωή σου παίζει κάτι παιχνίδια που ούτε η φαντασία μπορεί να τα ονοματίσει.

Τότε ήταν η πρώτη του μέρα στην εταιρία.
Σήμερα είναι η τελευταία του όμως και αυτό έδειχνε πως ένας κύκλος που είχε ανοίξει πριν από σαρανταένα χρόνια έκλεισε με τον ίδιο τρόπο σε μια τέλεια επαλήθευση των γεγονότων της ζωής.

Ήταν ήδη αργά το απόγευμα όταν το πάρτυ θεωρήθηκε λήξαν με το γραφείο του να μοιάζει κατόπιν με βομβαρδισμένο προάστιο του Βελιγραδίου. Ριγμένα μπουκάλια αλκοόλ στο πάτωμα, μισογεμάτα ποτήρια να προσπαθούν να βρουν τη θέση τους μέσα στο χώρο και το χρόνο καθώς δεκάδες μισοσβησμένα αποτσίγαρα ήταν οι τελευταίοι αξιόπιστοι μάρτυρες αυτής της θλιβερής σύναξης.
Ήταν ώρα να επιστρέψει στο σπίτι.
Για τα καλά.

Δεν πρέπει να του πήρε πολύ ώρα να φτάσει έξω από το σπίτι. Βγήκε από το αυτοκίνητο και έμεινε για λίγο ακίνητος να κοιτάζει το σπίτι του επίμονα λες και το έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του. Ένιωθε αποκαμωμένος και άχρηστος. Σαρανταένα ολόκληρα χρόνια από την ζωή του μέσα σε μια επιχείρηση την οποία αγαπούσε να μισεί. Τώρα ήταν μετεώρος. Τα παιδιά του και η γυναίκα του είχαν αποδημήσει πριν από είκοσι χρόνια και τώρα τον άφηνε και η δουλειά του για πάντα. Δεν είχε κάτι άλλο στην ζωή που να τον κάνει να νιώθει ζωντανός.
Τι θα έκανε;
Δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του...

Το επόμενο πρωί ο κηπουρός που ερχόταν καθημερίνα για να φροντίσει τον κήπο του σπιτιού του τον βρήκε να κρέμεται κρεμάσμενος από την γραβάτα του στην οροφή του γκαράζ. Ένα σημείωμα βρίσκοταν κάτω από τα πόδια του με μια φράση γράμμενη...
«Οικιοθελής αποχώρηση».

Στην κηδεία του είχαν παρεβρεθεί όλοι αυτοί που είχαν δώσει και το παρόν στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ που είχαν διοργανώσει προς τιμήν του. Σήμερα πάλι θα τον αποχαιρετούσαν όχι από την δουλειά μα οριστικά από αυτόν τον κόσμο.

Έτσι η ταφική πλάκα ανέγραφε την 4η Σεπτεμβρίου όχι μόνο ως ημερομηνία γέννησης αλλά και θανάτου...

5.9.06

...and the Question is Why?



Dimitris Varos

2.9.06

Δεν υπάρχει το Ποτέ



Ορισμένοι έσπευσαν να μου επισημάνουν πως σε ένα σημείο του post μου το οποίο ανέβασα στις 29/08, ότι έγραφα με ένα τρόπο που κάλλιστα θα μπορούσες να πεις ότι ήταν σαν να είχε γίνει ήδη ο ημιτελικός της 01/09 αφού άφηνα καθαρά να εννοηθεί πως η Εθνική μας είχε νικήσει τους γιάνκης. Καταννοώ την λογική σας απορία μα να που επιτέλους έγινε και για σας ο χθεσινός ημιτελικός και όλοι είδατε τελικά ποιος βγήκε νικητής. Άρα, επαληθεύτηκα…όχι για την εκτίμηση αλλά για την απόλυτη δήλωση που είχα κάνει κινδυνεύοντας να διαψευστώ δημόσια.
Το μήνυμα εκ των άνωθεν όμως εδώθη σε αυτούς που έπρεπε… και ο νοών νοείτω.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση όμως, είναι το πόσο μεγάλο αντίκτυπο έχουν στον λαό της Ιαπωνίας οι αμερικάνικες ατομικές βόμβες ως σήμερα. Και οι παρενέργειες αν μη τι άλλο είναι φανερές.
Πώς να εξηγήσω το ότι χιλιάδες Ιάπωνες μέσα στο γήπεδο την ώρα του ημιτελικού ζητωκραύγαζαν υπέρ των Αμερικάνων;!
Πώς να ερμηνεύσω αυτή την πρωτάκουστη λατρεία του υποτακτικού δουλικού προς τον αφέντη-γαμιά του;;
Η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι τελικά μόλυναν στο διηνεκές τον λαό αυτής της χώρας. Αναγκάσαν τους Ιάπωνες όχι μόνο να παραδοθούν αλλά και να υποκλιθούν στο σφράγισμα του αιωνίου loser. Και παραδέχθηκαν το κακό που τους έγινε από τους γιάνκης σαν δίκαιη Μοίρα και όχι σαν λόγο Ανταποδοτικής Δικαιοσύνης απέναντι στο κακό που τους καμώθηκε.
Και ένας loser ποτέ δεν σηκώνει κεφάλι στο Μεγάλο Αφεντικό. Γιατί αυτός είναι που του επιτρέπει να ζει και να αναπνέει.
Καμιά αντίρρηση;
…Έτσι μπράβο…

Μετά;
-Αυλαία-
τα φώτα σβήνουν και όλα φωτίζουν γύρω μας.
Μια Ελλαδίτσα των δέκα εκατομμυρίων κατοίκων (μια αντίστοιχη δηλ. σε μέγεθος βλαχοκωμόπολη της Αμερικής), με μουρόχαβλους ηγέτες, με μια σκατένια Πολιτεία και ζόμπι πολίτες να περιφέρονται στις western style artificial ζωές τους…καταφέρνει έναν ηράκλειο άθλο απέναντι σε αυτόν που έχει σχέση με όσα ορίζουν τον τρόπο ζωής μας…στον υποτιθέμενο παντοδύναμο Πλανητάρχη.
Σε αυτόν τον ξυλοπόδαρο Πλανητάρχη που έφαγε τρικλοποδιά από τον τσαμπουκά της Ελληνικής Ψυχής.
Και τώρα βρισκόταν αναίσθητος φαρδύς πλατύς στη μέση του ρινγκ κάνοντας τον Παναγιώτη Γιαννάκη να πει με πολυδιάστατο νόημα σαν τελευταία λέξη της συνέντευξης του: «Δεν υπάρχει το Ποτέ».

Δεν υπάρχει το Ποτέ για εμάς και το Πάντα για τους Αμερικάνους.